Η Ψυχή του Ινδιάνου


 

V
Η άγραφη Αγία Γραφή

 

Ένα ζωντανό βιβλίο. Η ιστορία της Δημιουργίας των Sioux. Η πρώτη μάχη. Μια διαφορετική έκδοση του κατακλυσμού. Οι πρόγονοί μας από το ζωικό βασίλειο.

 

Μια φορά, ένας ιεραπόστολος συγκέντρωσε μία ομάδα από Ινδιάνων για να τους εμπιστευτεί τις αλήθειες της ιερής θρησκείας του. Τους είπε για τη δημιουργία της γης μέσα σε έξι μέρες, καθώς και για την πτώση των πατεράδων μας τρώγοντας ένα μήλο.

 

Οι ευγενικοί «άγριοι» τον άκουγαν με προσοχή, και αφού τον ευχαρίστησαν, πήρε ένας τον λόγο, και του μίλησε για μια άλλη, αρχαία παράδοση αναφορικά με την προέλευση του καλαμποκιού, ιστορία που συγκλίνει πολύ με εκείνη του μήλου. Τότε ο ιεραπόστολος, έδειξε την έντονη αγανάκτησή του και την αηδία του, και με οργή είπε: «Αυτά που σας μετέφερα είναι ιερές αλήθειες, αλλά αυτά που μου λες εσύ τώρα δεν είναι παρά παραμύθια και ψέματα!».

 

«Αδερφέ μου», είπε με σοβαρή φωνή ο προσβεβλημένος Ινδιάνος, «φαίνεται πως οι κανόνες του πολιτισμού, δεν έγραψαν όσο θα έπρεπε πάνω σου. Είδες και μόνος σου, ότι εμείς που ασκούμε αυτούς τους κανόνες, πιστέψαμε τις ιστορίες σου. Εσύ, γιατί αρνείσαι να πιστέψεις τις δικές μας;».

 

 

Κάθε θρησκεία, κατέχει το Ιερό Βιβλίο της, και το δικό μας είναι ένα αμάγαλμα Ιστορίας, Ποίησης και Προφητείας, Κανόνων και Λαϊκών Παραδόσεων, όμοια με αυτά που ο σύγχρονος αναγνώστης βρίσκει στη δική του Βίβλο. Η δική μας Βίβλος υπήρξε ολόκληρη η Λογοτεχνία μας, ένα ζωντανό βιβλίο, σπαρμένο ωσάν τον πολυτιμότερο σπόρο από τους πάνσοφους άγιους προγόνους μας, ο οποίος ανθίζει ξανά από την αρχή στα γεμάτα απορία μάτια και τα αθώα χείλια των μικρών παιδιών. Το βιβλίο μας διατηρείται μέσα από τη σεβάσμια και μυθική του παροιμιακή σοφία, και μεταδίδεται μέσω της μυστικιστικής και θρυλικής του γνώσης από πατέρα σε γιο, διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη φιλοσοφία μας και τον τρόπο ζωής μας.

 

Μεγαλόψυχος καθώς είναι ο ερυθρόδερμος και αληθινά ανοιχτόμυαλος, προτιμάει να πιστεύει πως το Πνεύμα του Θεού δεν εμφυσείται μονάχα στον άνθρωπο, αλλά σε όλο το δημιουργημένο σύμπαν, το οποίο μοιράζεται την αθάνατη τελειότητα του Δημιουργού του. Η φαντασία του και η ποιητική του αντίληψη, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους Έλληνες, αισθάνεται το Πνεύμα αυτό σε κάθε βουνό, δέντρο και σε κάθε ανθό, στις Νύμφες αλλά και σε οποιοδήποτε πλάσμα είτε είναι αγαθό είτε βλαβερό. Οι μύθοι και οι ημίθεοι της Ινδιάνικης παράδοσης αντανακλούν αυτήν ακριβώς την αντίληψη και πιστοποιούν πως η προσωπικότητα του καθενός διαμορφώνεται από την επαφή του με τα στοιχεία της Φύσης, τον Ήλιο και τα αστέρια, αλλά και ό,τι της ανήκει, είτε κινείται είτε όχι.

 

Στην ιστορία της Δημιουργίας των Sioux, ο μεγάλος Μυστήριος, ο Ένας Δημιουργός, δεν εμφανίζεται ποτέ απευθείας στη σκηνή ούτε και νοείται με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά, αλλά παραμένει ανυπέρβλητα και θαυμαστά στο παρασκήνιο του κόσμου. Τα κύρια στοιχεία της Δημιουργίας αναπαριστάνονται από τον Ήλιο και τη Γη, που αντιπροσωπεύουν την αρσενική και τη θηλυκή Αρχή, ενώ οι υπόλοιποι πλανήτες συμβάλλουν σε δεύτερη μοίρα. Η γλυκιά ζέστη του Ήλιου διεισδύει στην καρδιά της Γης η οποία παρευθύς συλλαμβάνει και γεννάει τη ζωή, τόσο των φυτών όσο και των ζώων.

 

Ως συνέχεια αυτής της ένωσης, εμφανίστηκε μυστηριωδώς ο Ishnaechage, ο «Πρωτογεννημένος», ο οποίος μοιάζει με άντρα, ωστόσο είναι κάτι παραπάνω από άνθρωπος. Μόνος, περιπλανήθηκε ανάμεσα στα ζώα κατανοώντας τις κινήσεις τους και τη γλώσσα τους. Εκείνα, τον περιτριγύρισαν με θαυμασμό και δέος, καθώς τίποτα δεν μπορούσαν να κάνουν χωρίς τη δική του γνώση. Κάρφωσε την τέντα του στο κέντρο της γης, και δεν υπήρχε μέρος που να του ήταν αδύνατο να εισβάλλει και να κατακτήσει.

 

Τελικά, όπως ο Αδάμ, ο Πρωτογεννημένος των Sioux κουράστηκε να είναι μόνος, και διαμόρφωσε για τον εαυτό του, έναν σύντροφο –όχι ταίρι, αλλά έναν αδερφό– και όχι από τα πλευρά του, αλλά από μια σκλήθρα που έβγαλε από το μεγάλο του δάχτυλο! Ονομάστηκε το «Μικρό Αγόρι Άνθρωπος» και δεν είχε πλήρη ανάπτυξη, αλλά τη μορφή ενός αθώου, καλόπιστου και αβοήθητου παιδιού. Ο Μεγαλύτερος Αδερφός του, στεκόταν πλάι του καθ’ όλη τη διάρκεια της ενηλικίωσής του και όλοι οι κανόνες και το σύνολο των συμβουλών που του δίδαξε, διαμορφώσαν πολλά από τα βαθιά ριζωμένα στην αντίληψή μας πιστεύω καθώς και τα πιο ιερά μας ήθη.

 

Παράλληλα όμως, ανάμεσα στους ζωώδεις ανθρώπους, ζούσε και ο Unk-to-mee, η Αράχνη, ο αυθεντικός ταραχοποιός, που με ζήλο και πονηριά, παρατηρούσε την ανάπτυξη του ανθρώπινου αγοριού, και σταδιακά συμβούλευε τα ζώα να το σκοτώσουν: «Αν δεν το κάνετε, σύντομα θα έρθει εκείνη η μέρα που θα γίνει ο Αφέντης όλων μας!», έλεγε με χαρακτηριστικό πάθος. Όμως εκείνα, αγαπούσαν στα αλήθεια το μικρό αγόρι, καθώς ήταν ιδιαίτερο φιλικό και παιχνιδιάρικο μαζί τους.

 

Μόνο τα ζώα που ζούσαν στα βάθη της θάλασσας άκουσαν την πονηρή Αράχνη, και κατάφεραν τελικά να του πάρουν τη ζωή, κρύβοντας το σώμα του στον πάτο της θάλασσας. Ωστόσο, η μαγική δύναμη του Πρωτογεννημένου, κατάφερε και επανέφερε το σώμα ξανά στη ζωή, με το Ιερό ατμόλουτρο, το οποίο και αποτελεί μία από τις πιο ιερές τελετουργίες που εφαρμόζουν οι Ινδιάνοι, εις ανάμνηση αυτού του γεγονότος και κάθε φορά που θέλουν να καλέσουν οραματικά το Μεγάλο Πνεύμα.

 

Έτσι λοιπόν, για μία ακόμη φορά ο πρώτος μας πρόγονος περιπλανιόταν και πάλι αμέριμνος και ευτυχισμένος ανάμεσα στους ζωώδεις ανθρώπους, οι οποίοι και αποτελούσαν εκείνες τις μέρες ένα πανίσχυρο έθνος. Έμαθε τις συμπεριφορές τους και τη γλώσσα τους, καθώς είχαν μία κοινή. Έμαθε να τραγουδάει σαν τα πουλιά, να κολυμπάει σαν τα ψάρια, και να σκαρφαλώνει σε σκληροτράχηλες πλαγιές όπως το πρόβατο των βουνών. Παρόλο που ήταν για εκείνους ένας καλός σύντροφος και ουδέποτε τους έβλαψε, ο Unktomee, εμφανίστηκε και πάλι ανάμεσά τους για να σπείρει τη διχόνοια μεταξύ των ζώων, και να στείλει το μήνυμα σε όλα τα πλάτη της γης, της θάλασσας και του αέρα, το οποίο καλούσε όλες τις φυλές να ενωθούν μεταξύ τους και να κηρύξουν πόλεμο στον μοναχικό άνθρωπο, ο οποίος προοριζόταν να γίνει αφέντης τους.

 

Μόλις ο νεαρός ανακάλυψε τη συνωμοσία αυτή, το είναι του γέμισε θλίψη, καθώς αγαπούσε τα ζώα σαν πραγματικούς του φίλους και δεν καταλάβαινε γιατί συμμαχούν εναντίον του. Σημειωτέον δε, ήταν γυμνός και άοπλος. Όμως ο Μεγάλος του Αδερφός, τον όπλισε με τόξο, με βέλη οι κεφαλές των οποίων είχαν πυρόλιθους, με ένα πέτρινο ρόπαλο και με ένα δόρυ. Ο ίδιος πέταξε μάλιστα μια πέτρα τέσσερις φορές στον αέρα, και κάθε φορά σχημάτιζε τη βάση πάνω στην οποία θα στηνόταν ένα πέτρινο φρούριο γύρω από τη σκηνή.

 (σημειωτέον πως ο αριθμός τέσσερα είναι ιερός για τους Ινδιάνους, καθώς πρώτα από όλα συμβολίζει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για αυτό και τέσσερις είναι και οι επικλήσεις κατά την ώρα της τελετής του Ιδρώτα, ιεροτελεστία η οποία περιγράφεται σε άλλο κεφάλαιο)

«Τώρα», είπε, «είναι η ώρα να πολεμήσεις και να επιβάλλεις την κυριαρχία σου, και να μην ξεχνάς πως εκείνοι φέρανε την ταραχή σε εσένα, όχι εσύ σε εκείνους!».

 

Μέρα και νύχτα, το Μικρό Αγόρι, παρέμενε σε επιφυλακή πάνω στην κορφή του πέτρινου φρούριου που είχε φτιάξει, μέχρι που ήρθε η στιγμή που τα λιβάδια γέμισαν με μαύρα βουβάλια ενώ το δάσος από άκρη σε άκρη με ζαρκάδια. Αρκούδες και λύκοι πλησίασαν από όλες τις κατευθύνσεις, και ο Κεραυνός έδωσε τη δική του πολεμική ιαχή, απαντώντας στις κραυγές των λύκων. Η πρώτη μάχη είχε αρχίσει.

 

Οι ασβοί και τα υπόλοιπα τρωκτικά ξεκίνησαν να σκάβουν το πέτρινο φρούριό του, ενώ ζώα – αναρριχητές ανέβαιναν κάθετα τα τοιχώματα.

Τότε, για πρώτη φορά στην ιστορία της γης, το δοξάρι τεντώθηκε, και δεκάδες εκατοντάδες βέλη βρήκαν στόχο πάνω στα κορμιά των ζώων τα οποία πήραν φωτιά, ενώ κάθε φορά που το Μικρό Αγόρι, κουνούσε με δύναμη το ρόπαλό του, οι εχθροί του έπεφταν νεκροί από τα τοιχώματα του φρούριού του.

 

Στο τέλος, έμειναν τα έντομα, τα μικρά πλάσματα του αέρα, τα οποία του επιτέθηκαν στο σώμα, γεμίζοντας τα μάτια του και τα αυτιά του, και προκαλώντας του απεγνωσμένο πόνο. Το Μικρό Αγόρι, ζήτησε βοήθεια από τον Μεγαλύτερό του Αδερφό, ο οποίος τον παρακίνησε να πετάξει βράχους από τους οποίους είχε χτιστεί το φρούριό του, με το πέτρινο ρόπαλό του. Μόλις έπραξε όπως του είπε, οι πέτρες έπεσαν στα άψυχα κορμιά των ζώων, και άλλες ακόμα πιο πολλές σπίθες άρχισαν να πετάγονται πάνω στο υγρό γρασίδι του λιβαδιού το οποίο γρήγορα τυλίχτηκε ολάκερο στις φλόγες. Ο καπνός που αναδυόταν απομάκρυνε τα σμήνη των εντόμων, ενώ οι φλόγες τρομοκράτησαν τα υπόλοιπα τα οποία προτίμησαν να μείνουν σε απόσταση.

 

Αυτή ήταν η πρώτη καθοριστική μάχη ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζωικό βασίλειο, και μόλις τα ζώα ζήτησαν ειρήνη, η συνθήκη απαιτούσε πως θα πρέπει να τρέφουν τον άνθρωπο με τη σάρκα τους και να τον ντύνουν με το δέρμα τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα εφόδια αυτά θα χαρίζονται στον άνθρωπο δίχως να κοπιάζει και να κινδυνεύει. Τα μικρά έντομα αρνήθηκαν αυτόν τον συμβιβασμό, και από τότε βασανίζουν τον άνθρωπο. Ωστόσο, τα πουλιά του αέρα δήλωσαν πως θα τα τιμωρήσουν για αυτό τους το πείσμα, πράγμα το οποίο και συνεχίζουν να κάνουν μέχρι τις μέρες μας.

 

Ο λαός μας ισχυρίζεται πως τα πέτρινα βέλη που κατά καιρούς βρισκόντουσαν σε διάφορα μέρη της χώρα μας είναι τα ίδια που χρησιμοποίησε ο πρώτος άνθρωπος σε εκείνη τη μάχη που είχε δώσει ενάντια στα ζώα. Η χρήση όμως τέτοιον βέλων, δεν είναι πουθενά καταγεγραμμένη στις παραδόσεις μας, ούτε τη θυμούνται οι γηραιότεροι. Κάποιοι προσπάθησαν να κάνουν χρήση αυτών των όπλων, στοχεύοντας ψάρια κάτω από το νερό, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία ενώ είναι και παντελώς άχρηστα για τα ινδιάνικα τόξα τα οποία και ήταν σε χρήση την εποχή που ανακαλύφθηκε η Αμερική. Αυτό που είναι πιθανό, είναι πως κατασκευάστηκαν από κάποια προϊστορική φυλή, η οποία χρησιμοποιούσε πολύ πιο δυνατά και μακριά τόξα, και δούλευε την πέτρα, κάτι το οποίοι οι δικοί μας δεν το κάνουν.

Τα πέτρινα πολεμοφόδιά μας και όλα τα εργαλεία μας αποτελούνταν μόνο από φυσικά βότσαλα ή θρύψαλα πυρόλιθων τα οποία τα τοποθετούσαν σε θήκες από ακατέργαστο δέρμα ή ξύλο, εκτός από τις πίπες, οι οποίες ήταν σκαλισμένες από ένα είδος ξύλου το οποίο βγαίνει από το έδαφος μαλακό, και ως εκ τούτου δουλεύεται εύκολα με τα πρωτόγονα εργαλεία. Πρακτικά, όλα τα βέλη που βλέπουμε να έχουν πυρόλιθους για κεφαλές, στα μουσεία ή αλλού, μαζεύτηκαν από ανασκαφές ενώ κάποια άλλα που πουλήθηκαν παράνομα κατά τη διάρκεια του εμπορίου που υπέστησαν οι Ινδιάνοι, ήταν βαθιά χωμένα σε δέντρα και σε κόκαλα.

 

Η θρησκεία μας δεν είχε ποτέ ούτε Διάολο ούτε Κόλαση, μέχρις ότου εισήχθησαν από τους Λευκούς. Ωστόσο, ο Unktomee, η Αράχνη, χωρίς αμφιβολία θα μπορούσε να πει κανείς, πως μοιάζει με το Ερπετό εκείνο που έβαλε σε πειρασμό τη μητέρα Εύα.

Με έναν χαρακτήρα πονηρό, δελεαστικό, πανούργο αλλά ταυτόχρονα προφητικό και με το χάρισμα της ευγλωττίας, ο Unk-to-mee είχε πάντα τη δυνατότητα να απορροφά κάθε δύναμη του κακού ενώ αποδεικνυόταν και επιδέξιος μάγος. Όπως καταλαβαίνουμε, εδώ έχουμε τα στοιχεία που συναντάμε και στη Γέννηση: την πρωταρχική Εδέμ, το δέλεαρ σε ζωική μορφή και την άφιξη της θλίψης και του θανάτου πάνω στη γη, μέσα από τις βασικές αμαρτίες του φθόνου και της ζήλειας.

 

Ανέκαθεν η πονηρή μορφή του Unktomee, διδασκόταν στα παιδιά από τους Ινδιάνους πατεράδες, και δη του παππούδες, προκειμένου να την αποφεύγουν. Αντίθετα, ο Ishnaechage, θεωρούνταν ως ημίθεος και μυστηριώδης δάσκαλος, το καθήκον του οποίου ήταν να μυήσει τον πρώτο άνθρωπο στις εργασίες αλλά και τις απολαβές του, εδώ πάνω στη γη.

 

Μετά το τέλος της μάχης με τα ζώα, ακολούθησε η μάχη με τα στοιχεία, η οποία ως ένα βαθμό μοιάζει με τον Κατακλυσμό που διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη. Σε αυτή την περίπτωση, φαίνεται πως ο σκοπός ήταν ο αφανισμός των πονηρών ζωάνθρωπων, οι οποίοι ήταν υπερβολικά πολλοί και δυνατοί για τον μοναχικό άνθρωπο.

 

Ο θρύλος μας λέει, ότι όταν έπεσε το Φθινόπωρο, ο Πρωτογεννημένος συμβούλευσε τον μικρό του αδερφό να φτιάξει για τον εαυτό του μια τέντα από δέρματα βουβαλιών και να συγκεντρώσει πολλά τρόφιμα. Δεν πέρασε πολύς καιρός που εκτέλεσε το θέλημα του αδερφού του, και άρχισε να χιονίζει. Το χιόνι ήταν δυνατό και κράτησε για αρκετά φεγγάρια. Στις νέες αυτές συνθήκες, το μικρό αγόρι προσαρμόστηκε γρήγορα, φτιάχνοντας παπούτσια για το χιόνι, έτσι ώστε να μπορεί να κυνηγάει εύκολα, ενώ τα ζώα δύσκολα μπορούσαν να τον προσεγγίσουν. Εν τέλει όμως, λύκοι, αλεπούδες και κοράκια πλησίασαν την πόρτα του και τον ικέτεψαν για φαγητό. Πράγματι εκείνος, δεν αρνήθηκε να τους βοηθήσει, αν και πολλά ήταν τα ζώα εκείνα που τελικώς πέθαναν από την πείνα και το κρύο.

Και το χιόνι όλο και ανέβαινε μέχρι που ξεπέρασε τους πασσάλους της τέντας. Όμως η φωτιά που είχε ανάψει το μικρό αγόρι, κράτησε έναν κύκλο ανοιχτό και καθαρό και μέσα από αυτήν την πύρινη τρύπα που είχε σχηματιστεί στο χιόνι, πολλά πεινασμένα ζώα κοιτούσαν ερευνητικά τι έκανε. Μόλις αντιλήφθηκε ο νεαρός ότι τον κοιτάνε, έβαψε το πρόσωπό του με μαύρη μπογιά, έτσι όπως και πάλι τον είχε συμβουλεύσει ο Μεγαλύτερος Αδερφός του να κάνει, και τότε τα ζώα χαμήλωσαν το σώμα τους, και ήσυχα και ακίνητα έκατσαν στην απέναντι πλευρά της φωτιάς.

 
Τότε η αλεπού γάβγισε και το κοράκι έκραξε δίνοντας σήμα στις περιπλανώμενες φυλές πως όσοι είναι γύρω από τη φωτιά θα πεθάνουν, αν δεν έχουν κιόλας πεθάνει, και πως τα βάσανά τους γρήγορα θα τελείωναν.
Όμως εμφανίστηκε ο ήλιος και ένας ζεστός άνεμος έλιωσε τα χιόνια. Ο νεαρός μαζί με τον Δάσκαλό του, κατασκεύασαν ένα κανό από βέργες, με το οποίο επέπλευσαν πάνω από την επιφάνεια του νερού.
Τα ζώα που σώθηκαν ήταν λιγοστά… Ήταν εκείνα που κατάφεραν να βρουν πάτημα στις πιο ψηλές κορυφές.

 

Και έτσι πέρασε ο νεαρός από τη νεότητα στην ενηλικίωση. Ένα πέρασμα που ήταν θριαμβευτικό παρά τις πολλές δοκιμασίες. Ήρθε η μέρα λοιπόν που ο Μεγάλος Αδερφός του μίλησε και του είπε: «Τώρα έχεις κατακτήσει το ζωικό βασίλειο, και έχεις τιθασεύσει τα Στοιχεία της Φύσης, Η γη υπακούει στη θέλησή σου κι όμως είσαι ακόμα μόνος! Τώρα είναι η ώρα να πας να αναζητήσεις μια γυναίκα σύντροφο, που θα μπορείς να αγαπήσεις για να αναπαραγάγεις το είδος σου».

 
«Πώς θα το κάνω αυτό;» αποκρίθηκε εύλογα ο Πρώτος Άνθρωπος καθώς δεν ήταν παρά ένα άπειρο αγόρι. «Είμαι εδώ μόνος μου, όπως λες και εσύ, και δεν ξέρω πώς να βρω γυναίκα και σύντροφο».

 
«Πήγαινε και αναζήτησέ τη», απάντησε ο Μεγάλος Δάσκαλος και με αυτή την προτροπή, ο νεαρός έφυγε. Δεν είχε ιδέα πώς να κάνει έρωτα, ωστόσο, η πρώτη του επαφή έγινε με τις τρυφερές και όμορφες παρθένες από τις φυλές των Πουλιών, των Καστόρων και των Αρκούδων. Ο συγκεκριμένος θρύλος έχει σκαλιστεί από την πλούσια φαντασία των Ινδιάνων με ιδιαίτερη τρυφερότητα, γεγονός που μας κάνει σήμερα να διατηρούμε μια σειρά από όμορφες ιστορίες αγάπης.

 
Λέγεται για παράδειγμα, πως στην πρώτη του κατασκήνωση είχε χτίσει για τον εαυτό του μια κατοικία από πράσινους κορμούς δέντρων, στη μέση του δάσους, και πως κάποια στιγμή η ονειροπόλησή του διεκόπη από μια φωνή ασύλληπτης γαλήνης και γλυκύτητας, στην οποία κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί. Με έναν τρόπο μυστήριο, η ψυχή του νεαρού συγκινήθηκε βαθιά όπως ποτέ άλλοτε, καθώς η φωνή αυτή με την τρομερή γοητεία ήταν η φωνή της Αιώνιας Γυναίκας!

 

Τότε ήταν που ο νεαρός είδε ένα γοητευτικό κορίτσι, να στέκεται ντροπαλά έξω από τη φτιαγμένη από πεύκο πόρτα της καλύβας του. Ήταν ντυμένη με τις αποχρώσεις του γκρι και με μια ελαφριά μπογιά στο πρόσωπό της, και κουβαλούσε ένα καλάθι με βατόμουρα που δειλά θέλησε να προσφέρει στο αγόρι. Και έτσι το κουβάρι του ονείρου ξετυλίχτηκε και η αγάπη τούς έκανε να χαθούν στα πέρατα του κόσμου. Καθώς εκείνη τον άφηνε, και ενώ είχε ήδη πλησιάσει προς την πόρτα, το αγόρι γύρισε και της σιγοκελάηδησε, και είδε να παίρνει το κορίτσι τη μορφή ενός κοκκινολαίμη, ο οποίος φτερούγισε ανάμεσα στα δέντρα.

 
Η επόμενη κατασκήνωσή του ήταν δίπλα σε ένα καθαρό, τρεχούμενο χείμαρρο, στον οποίο δούλευε κόβοντας ξύλα μια παρθένα υπηρέτρια. Την ερωτεύτηκε και εκείνη με πολλή ένταση και για κάποιο διάστημα έμεινε μαζί της στο άνετο σπίτι της κοντά στο ρέμα. Η κοπέλα γέννησε έναν γιο και τότε ο νεαρός θέλησε να επισκεφτούν όλοι μαζί τον Μεγαλύτερο Αδερφό του για να δει και εκείνος από κοντά τόσο τη γυναίκα του όσο και το παιδί τους. Αλλά η Γυναίκα-Κάστορας, αρνήθηκε να πάει και αναγκάστηκε να ταξιδέψει μόνος του για μια σύντομη επίσκεψη. Όταν επέστρεψε, δεν βρήκε παρά το νερό να τρέχει στο σπασμένο πια φράγμα, και το όμορφο σπίτι εγκαταλελειμμένο μιας και η γυναίκα του και το παιδί του είχαν φύγει για πάντα!

 
Ο μοναχικός σύζυγος καθόταν πλέον μόνος του, άυπνος και θρηνώντας, μέχρι τη στιγμή που ήρθε μια χαριτωμένη κοπέλα να τον παρηγορήσει. Η κοπέλα αυτή, που γυάλιζε στην απόχρωση του μαύρου, του προσέφερε φαγητό και συντροφιά. Αυτή ήταν η Γυναίκα-Αρκούδα, με την οποία χώρισε και πάλι έπειτα από μια δυσάρεστη εξέλιξη.


Η συνέχεια θέλει τον νεαρό να κάνει παιδιά με όλες τις συζύγους που γνώρισε, κάποια από τα οποία έμοιαζαν σε εκείνον με αποτέλεσμα να γίνουν οι πρόγονοι της ανθρώπινης φυλής, ενώ κάποια άλλα έμοιαζαν στις μητέρες τους, κουβαλώντας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που ανήκουν στην οικογένεια των ζώων στην οποία και επέστρεφαν. Λέγεται ακόμη, πως τέτοια ήταν τα τέρατα που δημιουργήθηκαν από αυτές τις ενώσεις, ώστε απαγορεύτηκε η αναπαραγωγή μεταξύ των ειδών και οποιοδήποτε είδος αγάπης μεταξύ του ανθρώπου και του ζώου διακόπηκε για πάντα.

Όμως υπήρξαν αρκετές περίεργες παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες ο νόμος αυτός παραβιάσθηκε ακουσίως ανάμεσα στους νέους άντρες και τις παρθένες του ζωικού βασιλείου, όπως η ιστορία με μια όμορφη ελαφίνα η οποία καταδικάστηκε μαζί με τον αγαπημένο της σε θάνατο.  

 
Ο θρύλος λέει ακόμα πως τα τότεμς των ζώων που υπάρχουν διάσπαρτα στις φυλές μας, ανήκουν στη Μεγάλη Γηραιά του ζωικού βασιλείου και πως έχουν παραταθεί για να επιβεβαιώνουν τους στενούς δεσμούς φιλίας που μας ενώνει μαζί τους.

Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί γιατί η επιστημονική κοινότητα δεν έχει παρακινήσει τους λευκούς ανθρώπους να επιδείξουν το σεβασμό που αρμόζει στην ταπεινή μας αυτή αλλά και σημαντική οικογένεια…

 

Κάθε ένας από τους ήρωες που εμφανίστηκε μετά ή και ο ίδιος ο Hiawatha στο πολύτομο άγραφο βιβλίο μας, εισάγει μια εποχή μεγάλης και σπουδαίας σημασίας στην ιστορία του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του. Τέτοιοι υπήρξαν για παράδειγμα ο «Εκδικητής του Αθώου» ο οποίος αναδύθηκε από έναν θρόμβο αίματος, το κουρελιασμένο μικρό αγόρι που κέρδισε φήμη αλλά και μια σύζυγο σκοτώνοντας τον Κόκκινο Αετό του Μοιραίου Οιωνού καθώς και το Άστρο-Αγόρι, που γεννήθηκε από μια θνητή παρθένα και ένα Αστέρι.

 

Αυτό το τελευταίο αγόρι, ήταν και εκείνο που πάλεψε για τον άνθρωπο, ενάντια στους πιο σκληρούς τους εχθρούς, όπως ήταν ο Wazeeyah – ο Κρύος ή Βόρειος Άνεμος. Η μάχη μεταξύ τους ήταν εξουθενωτική, καθώς πότε είχε ο ένας το πλεονέκτημα, πότε ο άλλος, μέχρι που συμφώνησαν σε ανακωχή. Ενώ λοιπόν το Άστρο-Αγόρι ξεκουραζόταν και συνέχιζε να επενδύει τον εαυτό του με φτερά αετού, σχηματίζοντας μια βεντάλια στο σώμα του, το χιόνι έλιωσε τόσο γρήγορα ώστε ο Βόρειος Άνεμος αναγκάστηκε να αλλάξει τη συνθήκη Ειρήνης, σύμφωνα με την οποία στο εξής, θα είχε την κυριαρχία για το ένα μισό του έτους. Και έτσι καθιερώθηκε η σειρά των εποχών, και κάθε χρόνο, το Άστρο-Αγόρι, θέτει σε κίνηση τη βεντάλια του που αποτελείται από φτερά αετού, ζεσταίνοντας τον Άνεμο, και ανοίγοντας τον δρόμο για την Άνοιξη…

The Soul of the Indian

Από τον Charles Ohiyesa Eastman

Πρώτη Έκδοση: 1911

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.