Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι

Η παλιά της δόξα

Η καινούρια που μ’ έκανε

Την Ιρλανδία ν’ αγαπώ

Ο γλυκός άνεμος φυσά

Κάτω στην κοιλάδα

Και κυματίζει το χρυσό κριθάρι

Δύσκολες αυτές οι λέξεις

Να τις συλλαβίσεις

Να σπάσεις τα δεσμά που μας δένουν

Μ’ ακόμα πιο δύσκολο

Την ντροπή να κουβαλήσεις

Με τόσες ξένες αλυσίδες

Ολόγυρά μας

Γι’ αυτό και είπα:

Την κοιλάδα του βουνού

Με την αυγούλα θα πάω να βρω

Όταν ο γλυκός άνεμος φυσά

Κάτω στην κοιλάδα

Και κυματίζει το χρυσό κριθάρι


Το 19ον αιώνα ο Ιρλανδός ποιητής και καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας Robert Dwyer Joyce, έγραψε μια παραδοσιακή μπαλάντα, η οποία έμελλε αργότερα να συνδεθεί και με τους αντάρτες του IRA καθ’ όλη την διάρκεια του διετούς Αγώνα Ανεξαρτησίας (1919-1921) για μια Ιρλανδία ελεύθερη από την βρετανική κατοχή.

Η ομότιτλη ταινία του Ken Loach που του χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, επικεντρώνεται σε αυτόν ακριβώς τον αγώνα και τον επακόλουθο εμφύλιο. Αφετηρία της είναι η μεταστροφή του Damien O’Donovan (Cillian Murphy), ενός απόφοιτου Ιατρικής, ο οποίος ενώ είχε αποφασίσει να ζήσει στο Λονδίνο ακολουθώντας το επάγγελμα του γιατρού, κάποιες οδυνηρές συναντήσεις με τους Black and Tans, τον συστρατεύουν εναντίον των Βρετανών στρατιωτών και της αυτοκρατορικής, τυραννικής πολιτικής τους ηγεσίας.

Καθοριστικό ρόλο στην όλη επιχείρηση έχει ο αδερφός και «οδηγός» του Damien, Teddy (Padraic Delaney), ο οποίος έχει σημαντικές διασυνδέσεις με την πολιτική πτέρυγα του IRA, το Sinn Féin του Arthur Griffith και την Υπηρεσία Πληροφοριών του Michael Collins.

Η Αγγλο-Ιρλανδική συνθήκη Ειρήνης όμως του 1921 δίχασε το εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο με αποτέλεσμα ο εμφύλιος πόλεμος να είναι αναπόφευκτος, με τις τραγικές του συνέπειες να διχάζουν μοιραία τα δύο αδέλφια.

Πίσω από τα καταπράσινα πλάνα που δεσπόζουν σχεδόν σε όλη την ταινία και τα οποία εκτός από το να προσφέρουν την μαγευτική τους ομορφιά, παραπέμπουν παράλληλα στην πράσινη σημαία των Ιρλανδών Εθελοντών από τους οποίους αναδύθηκε ο IRA, ο Ken Loach («Land and Freedom», «Sweet Sixteen») χωρίς υπερβολές και εξάρσεις δημιουργεί ένα πλέγμα πραγματικών διλημμάτων και συγκινητικών γεγονότων στοχεύοντας κατ’ ευθείαν στην ιδεολογική αποκρυστάλλωση του Αγώνα και σε ό,τι αυτή συνεπάγεται και κληροδοτεί κυρίως σε επίπεδο τιμήματος.

Δίχως ατελείωτη και κουραστική παραφιλολογία και αναλύσεις επί αναλύσεων, αλλά λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους, με την βοήθεια ενός πολύ νευραλγικού και στέρεου σεναρίου, ο Loach αφηγείται, υπογραμμίζει, ζωγραφίζει τα αδιέξοδα, προβληματίζει, παραθέτει, συγκινεί.

Κι αν σήμερα, στη συνείδηση των μαζών, ο IRA ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με την τρομοκρατία, η ταινία μας επαναφέρει σε εκείνη την αυθεντική του διάσταση όταν από τα σπάργανά του πάλευε για μια πατρίδα ανεξάρτητη, μια πατρίδα για τον εργάτη και τον κοινωνό της, για μια πολιτική εξ ορισμού «άτακτη» στην πάσης φύσεως συνθηκολόγηση.

Γιατί στην συνείδηση της ταινίας, είναι κυρίως νέοι, παιδιά, όλοι οι αγνοί ιδεολόγοι που εκπαιδεύονται στο αντάρτικο και υπερασπίζονται τον όρκο τους, και είναι πάντα διαχρονικοί και απαραίτητοι σε κάθε εποχή για να μας θυμίζουν ότι στη ζωή κάποιες φορές τα πράγματα πρέπει να είναι «άσπρο ή μαύρο», όταν αυτό που ζητάμε δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από ελευθερία και δικαιοσύνη. Ελευθερία χωρίς όρους, δικαιοσύνη με κάθε κόστος.

Οι πολιτικοί και τα κόμματα, η Εκκλησία και ο ρόλος της, η ατομική λήθη και η ακεραιότητα του χαρακτήρα, οι ηγεμονίες και η υποταγή, είναι κάποιοι από τους κύριους πυλώνες πάνω στους οποίους η ταινία δομεί τον προβληματισμό της και περνάει τα δικά της μηνύματα για την απολυτότητα της ηθικής και των δυσκολιών που ορίζονται σε ένα τέτοιο ιστορικό πλαίσιο.

Πέρα από αυτά, είναι και ο σπαραγμός του εμφυλίου και η λεπτή γραμμή που χωρίζει την μία πλευρά από την άλλη, εκεί που τα γεγονότα σε ξεπερνούν και οι πολιτικές σε κάνουν να παρανοείς.

Το ότι ο Loach «κολυμπάει» σε γνώριμα λημέρια, 10 χρόνια μετά την «Γη και Ελευθερία», διόλου δεν μειώνει την δυναμική αυτού του του εγχειρήματος, το οποίο παρόλο που φαινομενικά δείχνει να μην έχει κάποια ιδιαίτερη σκηνοθετική έκπληξη και την συνήθη ένταση που θα είχε μια ανάλογη πολιτική ταινία, εντούτοις, δημιουργεί παλμό δυνατό μέσα από την καθαρότητα των σκέψεων και την γραφικότητα των συναισθημάτων που συνοδεύουν τους ήρωες σε όλη τους την πορεία.

Και είναι αυτός ο παλμός που μας οδηγεί στο μουδιασμένο τέλος, για να ακούσουμε ίσως πιο έντονα την πραγματικότητα με την οποία ο ελεύθερος άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος. Για να ακούσουμε πιο καθαρά τον άνεμο που χορεύει ιδέες, ανθρώπους, επαναστάσεις και το χρυσό κριθάρι.

 

Παραγωγή: Ιρλανδία-Μ.Βρετανία-Ισπανία-Γερμανία-Ιταλία-Γαλλία (2006)

Σκηνοθεσία: Ken Loach

Σενάριο: Paul Laverty

Ηθοποιοί: Cillian Murphy, Padraic Delaney, Orla Fitzgerald, Liam Cunningham

Διάρκεια: 127 λεπτά

 

 

 

 

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.