Delivery

Στην Αθήνα του σήμερα, ένας νέος άνθρωπος κατεβαίνει από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και με ένα σακίδιο στον ώμο αναζητεί μια θέση στον ήλιο. Ερχόμενος από το πουθενά, περπατάει στην πόλη του Πολιτισμού και του Φωτός και βρίσκει δουλειά σε μια πιτσαρία σαν delivery boy.

Ο ήρωας είναι μόνος, κι αν το σακίδιό του μετέφερε όνειρα για ένα καλύτερο αύριο, διαψεύδονται τραγικά. Μοναχικά και βίαια.

Σε μια γειτονιά ξεχασμένη από θεούς κι ανθρώπους, όπου τα ελληνικά πλέον σπανίζουν και η κατάντια κυριαρχεί, με δεκάδες μετανάστες και ντόπιους να ζουν την απόλυτη εξαθλίωση από την φτώχεια, την βρώμα και τα ναρκωτικά ή από όλα αυτά μαζί, ο «ανώνυμος» πέφτει θύμα κλοπής, τρώει ξύλο, ερωτεύεται, τα χάνει… Αναζητεί την πόρτα εξόδου.

Μοιάζουν όλα, απόμακρα, ξεκομμένα από την επίπλαστη πραγματικότητα. Κι όμως. Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 2004. Πίσω από τους επαίνους της «αδιαμφισβήτητης επιτυχίας», υπήρχε και υπάρχει και εκείνη η πόλη, που παραδομένη στο έλεος απαράδεκτων πολιτικών και νοοτροπιών κάνει τους πολίτες της να αισθάνονται ξένοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Που οδηγεί τους ανθρώπους της στα άκρα, που κλείνει τα μάτια μπροστά στην ασχήμια θεωρώντας πως έτσι μπορεί και την εξαφανίζει.

To Delivery, ένα ποίημα με άκρως ρεαλιστικούς και ωμούς στίχους, και με μια επωδό που φιλτράρεται υπό το σουρεαλιστικό κόσκινο του Νίκου Παναγιωτόπουλου, σου αφήνει μια γεύση γεμάτη πίκρα, η αίσθηση της οποίας απαλύνεται λυτρωτικά από τις λίγες αλλά απαραίτητες ρομαντικές στιγμές που προσφέρει η μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη.

Αγκαλιάστηκε από ξένους κριτικούς, αλλά πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στην χώρα μας.

Δεν ήταν «πολιτικώς ορθό» ως η πόλη που ξύπναγε και κοιμόταν με το ντοπάρισμα της πιο «λαμπρής» διοργάνωσης Ολυμπιακών Αγώνων να δείξουμε αυτή την εικόνα. Δεν ήταν σωστό να μιλήσουμε τότε για τους μετανάστες, είτε είναι νόμιμοι είτε παράνομοι που εν συνεχεία γίνονται νόμιμοι, για την εγκληματικότητα, το παραεμπόριο, τους άστεγους, τα κυκλώματα πορνείας και ναρκωτικών, τις ελλείψεις βασικών υποδομών και για οτιδήποτε άλλο συντελεί στην συστηματική υποβάθμιση του ιστορικού μας κέντρου. Για αυτό και το Delivery, το πραγματικό έργο που δεν μπορούσαμε ποτέ να δούμε, παίχτηκε σε ελάχιστες αίθουσες και αποσύρθηκε με συνοπτικές διαδικασίες για τα ενδότερα της πόλης.

Τι δουλειά είχαμε εμείς, την ώρα του χαβιάρι, της σαμπάνιας, των «προμηθειών» και των απανταχού πρέσβεων, να παραγγέλνουμε την πλέον άνοστη, συνοικιακή «βρωμιά»; Οι προβολείς της «περηφάνιας» ήταν ακόμα εκτυφλωτικοί, οι παιάνες της αυτοαποχαύνωσης εκκωφαντικά μεθυστικοί.

Τι δουλειά είχαμε εμείς την ώρα που μόλις φιλοξενήσαμε όλο τον κόσμο στο σπίτι μας, και ανοίξαμε τα σαλόνια μας στην ελίτ της επιχειρηματικής και πολιτικής κοινωνίας, να τους ξεναγήσουμε στα πατάρια και τις αποθήκες χαμένων ψυχών και δήθεν οικουμενικών αξιών;

Φυσικά, ακόμα δεν είναι «πολιτικώς ορθό» να μιλήσουμε για τέτοια θέματα, να περπατήσουμε σε αυτούς τους δρόμους, να τολμήσουμε έστω να νοσταλγήσουμε μια Αθήνα που χάσαμε κάπου μεταξύ αντιπαροχής και Αιγαίου.

Γιατί το θέμα είναι ποιος παίρνει το ΚΤΕΛ κάθε φορά. Αναλόγως θα αξιολογείται και η προοπτική αναβάθμισής του.

 

Παραγωγή: Marianna Films, NEW STAR, GRAAL S.A., Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ΕΡΤ (2004)

Σκηνοθεσία: Νίκος Παναγιωτόπουλος

Σενάριο: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Μισέλ Φάις

Ηθοποιοί: Θάνος Σαμαράς, Αλεξία Καλτσίκη, Ερρίκος Λίτσης, Δημήτρης Ήμελος, Σπύρος Σταυρανίδης

Διάρκεια: 97 λεπτά

 

 

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.