ΑΜΛΕΤ


Buster Keaton (Go West)

ΚΛΑΥΔ.        Λοιπόν, Άμλετ, πού’ ναι ο Πολώνιος;

ΑΜΛΕΤ         Στο δείπνο.

ΚΛΑΥΔ.        Στο δείπνο! Πού;

ΑΜΛΕΤ        Όχι όπου τρώει, παρ’ όπου τρώγεται·
ολόκληρο συνέδριο πολιτικοί σκούληκες του ‘χουν κιόλα ριχτεί. Ο σκούληκας είναι
ο ανώτερος κυρίαρχος στο φαΐ. Παχαίνουμε όλα τα πλάσματα μόνο και μόνο για να
παχύνουμε τους εαυτούς μας, και παχαίνουμε τους εαυτούς μας για τα σκουλήκια. Ο
παχύς βασιλιάς κι ο αχαμνός ζητιάνος είναι μόνον ποικιλία φαγητών, δύο
διαφορετικά πιάτα στο ίδιο τραπέζι· αυτό είναι το τέλος.

ΚΛΑΥΔ.        Αλίμονο, αλίμονο!

ΑΜΛΕΤ        Μπορεί ένας να ψαρέψει με το σκουλήκι
που ‘φαγε από βασιλιά, και να φάει το ψάρι που ετράφη μ’ αυτό το σκουλήκι.

ΚΛΑΥΔ.        Τι θες να πεις μ’ αυτό;

ΑΜΛΕΤ        Τίποτα άλλο, παρά να σου δείξω πως ένας
βασιλιάς μπορεί να κάμει μια περιοδεία μέσα στ’ άντερα ενός ζητιάνου.

ΚΛΑΥΔ.        Πού ‘ναι ο Πολώνιος;

ΑΜΛΕΤ         Στους ουρανούς· στείλε να δεις· αν ο
απεσταλμένος σου δεν τον βρει εκεί, ζήτησέ τον ο ίδιος στο άλλο μέρος. Μ’
αλήθεια, αν δεν τον βρείτε μέσ’ σ’ αυτόν τον μήνα, θα τον μυριστείτε
ανεβαίνοντας τη σκάλα που πάει στη στοά.

 

ΑΜΛΕΤ        Να ‘ναι κανείς ή να μην είναι, – αυτό
είναι το ζήτημα· τι ‘ναι το πνεύμα ανώτερο, να υποφέρεις πετριές και σαϊτιές
αχρείας τύχης, ή να παίρνεις τα όπλα ενάντια σ’ ένα πέλαο βάσανα κι
αντιχτυπώντας να τους δίνεις τέλος; Θάνατος, – ύπνος, και τίποτ’ άλλο· κι αν μ’
αυτόν τον ύπνο παύουμε της καρδιάς τον πόνο και τις χίλιες λαχτάρες, φυσική
κληρονομιά της σάρκας, είναι συντέλεια να την εύχεσαι με ζήλο.

          Θάνατος· – ύπνος· – ύπνος, ίσως όνειρα! Ε, εδώ είν’ ο
κόμπος· τι σ’ αυτόν τον ύπνο του θανάτου τι όνειρα θα ‘ρθουν, όταν θα ‘χουμε
πετάξει τούτο το σαρκοκούβαρο; αυτός μας κόβει· τούτη η έγνοια κάνει τη
δυστυχία να ζει τόσο πολύ· γιατί ποιος θα δεχότανε ντροπές και χάλια της
ηλικίας, τ’ άδικο απ’ τον δυνατόν, τον εξευτελισμό απ’ τον φαντασμένον, τον
πόνο από την περιφρονημένη αγάπη, την άργητα του νόμου, τους τραμπουκισμούς της
εξουσίας και τις κλωτσιές που η ταπεινή η αξία τρώει απ’ τον ανάξιο, αν
μπορούσε να ‘δινε μόνος του κανείς στον εαυτό του τη λύτρωση μ’ ένα μαχαίρι;
Ποιος θα το ‘θελε να φέρνει ευθύνες, να γρυλίζει και να ιδρώνει από το βάρος
της ζωής, αν η τρομάρα μην είναι κάτι μετά θάνατον, στον κόσμο τον άλλο, απ’
όπου δε γυρίζει ταξιδιώτης, δε σάστιζε τη θέληση και δε μας έκανε να προτιμάμε
να τραβάμε αυτά τα βάσανα παρά να πάμε σ’ άλλα που δεν τα γνωρίζουμε; Έτσι η
συνείδηση μας κάνει όλους δειλούς κι έτσι το φυσικό το χρώμα της απόφασης
ξασπρίζει με τ’ ωχρό φκιασίδωμα της σκέψης κι είναι προσπάθειες πνοής μεγάλης
κι ευκαιρίας που με την έγνοια αυτή ξεκόβεται η ορμή τους και χάνουν το όνομα
της πράξης. 

William Shakespeare

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.