Η Άμμωμος Σύλληψις



Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ

 Μια μέρα ανάμεσα σε δύο άλλες και, ως συνήθως, καμιά νύχτα χωρίς άστρα, η μακριά κοιλιά της γυναίκας ανεβαίνει, είναι μια πέτρα και
η μόνη ορατή, η μόνη αληθινή, μέσα στον καταρράκτη. Ό,τι χάλασε τόσες φορές, χαλάει ακόμα, ό,τι τόσες φορές η μακριά κοιλιά της γυναίκας ανέλαβε, δηλαδή να διατηρήσει την ηδονή της πιο καθαρή από την παγωνιά να αισθανθεί ν’ απουσιάζει απ’ τον εαυτό της, επιχειρείται ακόμα. Είναι να μην ακούς κάποιαν ανάσα
αγριμιού κοντά σου. Δεν είναι το δώρο που θα ‘θελες να κάνεις από ένα μόνο κομμάτι αυτού του ξεθαμμένου θησαυρού που δεν είναι η ζωή που θα ‘θελες να δεχθείς, γιατί και η μακριά κοιλιά της γυναίκας είναι η κοιλιά της και το όνειρο, το μόνο όνειρο είναι να μην έχεις γεννηθεί. Η συνηθισμένη νύχτα είναι τόσο επαρκής. Η άγνοια εκεί ικανοποιείται τόσο καλά. Δεν διακόπτει τον έρωτα που ούτε ξαπλώνει ούτε σηκώνεται. Φυσήξαμε τα κάρβουνα, κοιταχτήκαμε σίγουρα κατάματα έτσι που χάσαμε ο ένας τον άλλο. Πριν από λίγο ακόμα, πριν από λίγο ακόμα… Καθένας μας ήταν μονάχα εμείς.

Ο άνθρωπος δεν αναπαράγεται μέσα σ’ ένα μεγάλο ξέσπασμα γέλιου. Ο άνθρωπος δεν αναπαράγεται. Πάντοτε γέμισε το κρεβάτι του μόνο με μάτια φλεγόμενα απ’ τον έρωτά του. Υποθέτει ότι το πρόβλημα λύθηκε, κι αυτό είν’ όλο. Το πρόβλημα σπάνια είναι λυμένο. Οι ρακοσυλλέκτες έχουν γιους που στην πραγματικότητα είναι βασιλόπουλα, βασιλόπουλα που συγχέουν όταν ανοίξουν τα μάτια τους το διάβημα της μητέρας τους με το υπέροχο φύλλωμα των καροτών. Κάποιες έχιδνες κάπου γεννιούνται. Οι οικογενειάρχες δεν πιστεύουν τίποτα. Δεν κόβεις το κεφάλι σου παρά μονάχα με τον πόθο. Κάντε τόπο, λέει ο οδηγός του παλιού λεωφορείου, ο οδηγός που σου μοιάζει, που θα μου μοιάζει χωρίς οίκτο για τα άλογα με κεφάλι γαληνεμένης θάλασσας. Και, καθώς είναι πολύ ευγενικός, κάντε τόπο, προσθέτει, σας παρακαλώ. Το λεωφορείο φάντασμα είναι κιόλας μακριά.

Θα ‘πρεπε να μένεις ο ίδιος πάντοτε, μ’ αυτό το απογοητευτικό παράστημα ακροβάτου, μ’ αυτό το κεφάλι με το γελοίο ύφος. Αλλά να
το άγαλμα γίνεται σκόνη, αρνείται να κρατήσει το όνομά του. Ευτυχώς δεν ξέρεις τίποτα και κοιτάς κατά τη μεριά της τοιχογροφίας που παριστάνει τον
Mazeppa, μόνο του, χαμένο μες στη στέπα. Νομίζω πως από χθες
κουνήθηκε. Αυτό το δωμάτιο είναι παράλογο, ας φυλαχτούμε. Υπάρχουν εδώ τοίχοι που δεν θα περάσεις ποτέ, τοίχοι που θα σκεπάσω με βρισιές και με απειλές, τοίχοι που έχουν για πάντα το χρώμα του γερασμένου αίματος, του χυμένου αίματος.   

 


L’
Immaculée Conception


Όλες
μου οι ευγένειες υπήρξαν ανώφελες. Δεν υπάρχει κανείς εδώ. Δεν υπήρξε ποτέ
κανείς εδώ.

(Η ΓΕΝΝΕΣΙΣ)

 

 

 

Απ΄το
γιαπωνέζικο λουλούδι ως το γαλβανισμένο σκέλος του βατράχου, θα χρειασθεί να
κοιμηθείς πολύ για να καταλάβεις την αλλαγή.

(ΖΩΗ)

 

 

 

Τι
ν’ απαντήσεις σ’ αυτούς που δεν μας ζητούν το αδύνατο, σ’ αυτούς που τίποτα δεν
εκπλήττει; Με τα μάτια κατεβασμένα, φέρουμε το φορτίο της σιωπής από πάντα και
για πάντα. Δεν θα το εγκαταλείψουμε προτού να τ’ ακούσουμε να μας το ζητάει με
ικεσίες.

                                                                                                            (Η ΕΚΠΛΗΞΙΣ)

 



                                                                  

                                                                         André Breton 

                                                                    

 

                      Paul Eluard

 


Η ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ

 

Σ’ όποιον γυρεύει να δει τη χούφτα του χεριού σου, δείξε τους πλανήτες τ’ ουρανού
που δεν τους ανακάλυψαν ακόμα.

 

Για να αποκαλύψεις τη γυμνότητα εκείνης που αγαπάς, κοίτα τα χέρια της. Το πρόσωπό της είναι σκυμμένο.

 

Ρύθμισε το βήμα σου στο βήμα της θύελλας.

 

Έχε την ηλικία του γεροκόρακα που λέει: Είκοσι χρονών.

 

Ζωγράφισε στη σκόνη τ’ ανιοδιοτελή μάτια της ανίας σου.

 

Γράψε το άφθαρτο πάνω στην άμμο.

 

Διόρθωνε τους γονείς σου.

 

Μην παραλείπεις να λες στο περίστροφο: Χαίρω πολύ αλλά μου φαίνεται πως ήδη σας έχω συναντήσει κάπου.

 

Οι πεταλούδες του εσωτερικού δεν ζητούν παρά να συνενωθούν με τις πεταλούδες του εσωτερικού: μην αλλάζεις μέσα σου ούτε κι ένα σπασμένο κρύσταλλο του φαναριού του δρόμου.

 

Παρατήρησε το φως μέσα στους καθρέφτες των τυφλών.

 

Φοβήσου να περάσεις κοντά στις ταπετσαρίες όταν είσαι μόνος κι ακούς να σε φωνάζουν.

 

 

 

Α. Μπρετόν
&
Π. Ελυάρ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s