Η προέλευση και οι αρχές της αλχημείας στην Ατλαντίδα (i)

Ι


Αρχικά η Αλχημεία ορίστηκε σαν το «νηπιακό στάδιο της Χημείας». Πιστεύω πως η φράση «απόκρυφη Χημεία» αντιπροσωπεύει καλύτερα το περιεχόμενό της. Η «πνευματική Αλχημεία» που εμφανίστηκε αργότερα αποτέλεσε μια μυστική και υψηλότερη αναλογία της αρχικής προσπάθειας μετασχηματισμού των βασικών μετάλλων σε πολύτιμα μέταλλα.

Στο τρίτο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου ασχοληθήκαμε με ένα ισπανικό χειρόγραφο των αρχείων της Μυστικής Παράδοσης που πραγματεύεται το θέμα της Αλχημείας στην Ατλαντίδα, σύμφωνα με τα μεσαιωνικά πρότυπα, δηλαδή μιλά για κλιβάνους και συσκευές εξευγενισμού. Προσωπικά πιστεύω πως οι συσκευές αυτές ήταν άγνωστες στους ατλάντειους σοφούς επειδή ο πολιτισμός της χαμένης ηπείρου ποτέ δεν ξεπέρασε το στάδιο της Νεολιθικής εποχής. Ο πολιτισμός της Ατλαντίδας που έμοιαζε με τους πολιτισμούς του αρχαίου Μεξικού και του Περού δεν έχει καμία σχέση με τη χρησιμοποίηση των μετάλλων. Πώς μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για την Αλχημεία, την επιστήμη της μετάλλαξης των μετάλλων σε μια τέτοια περίοδο; Ο άνθρωπος της Νεολιθικής εποχής γνώριζε τα περισσότερα μέταλλα, αλλά δεν τα χρησιμοποιούσε στην καθημερινή του ζωή. Νομίζω πως η τέχνη της Αλχημείας γεννήθηκε μέσα από τα πρώτα πειράματα του ανθρώπου με τα μέταλλα.

Αρκετοί αιώνες πέρασαν μέχρι να τελειοποιηθούν οι μέθοδοι κατασκευής του ορείχαλκου και να ξεπεραστούν οι αρχαίες προκαταλήψεις. Τελικά η πέτρα εγκαταλείφθηκε ολοκληρωτικά και ο ορείχαλκος που είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου καθιερώθηκε σαν το κατάλληλο υλικό για την κατασκευή όπλων και εργαλείων. Η μεταβατική περίοδος από τη Νεολιθική Εποχή στην εποχή των μετάλλων στη Βρετανία κράτησε τουλάχιστον τρεις αιώνες στην πραγματικότητα οι κάτοικοι των νησιών χρησιμοποιούσαν πέτρινα εργαλεία και όπλα για πολλές γενιές μετά από την είσοδο του ορείχαλκου. Θέλω να τονίσω πως η διαδικασία παρασκευής του ορείχαλκου πρέπει να κράτησε συγκριτικά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε πέτρινα όπλα και εργαλεία. Αποτέλεσμα των πρώτων πειραμάτων με τα μέταλλα ήταν η επινόηση και εμφάνιση μιας μυθολογίας που προσωποποιούσε πολλά από αυτά. Η μυθολογία αυτή πέρασε στους Αλχημιστές του Μεσαίωνα, οι οποίοι αναφέρονται στα μέταλλα και τα κράματά τους με αλληγορικούς συμβολισμούς. Τα μεταλλικά κράματα και αμαλγάματα αντιπροσωπεύουν το «γάμο» των μετάλλων που τα αποτελούσαν, ενώ στις εναλλαγές των χρωμάτων δινόταν μυστηριακή εξήγηση. Όλοι όσοι έχουν πιάσει στα χέρια τους μια κουτάλα γεμάτη λιωμένο χρυσάφι γνωρίζουν την ασυνήθιστη γοητεία που ασκεί στο μάτι η υπέροχη έγχρωμη επιφάνεια και τις άπειρες δυνατότητες που εμφανίζονται για μια ποιητική και αλληγορική ερμηνεία του φαινομένου.

Παρ’ όλα αυτά πιστεύω πως ο πολιτισμός της Ατλαντίδας άρχισε να παρακμάζει πριν ακόμη φτάσει στην εποχή του σιδήρου. Η ανακάλυψη και η κατεργασία του σιδήρου παρουσιάζει μεγαλύτερες και περισσότερες δυσκολίες από την κατεργασία του χαλκού και του κασσίτερου που θεωρείται σχετικά εύκολη. Πραγματικά ο χαλκός χρησιμοποιείται ελάχιστα στην αλχημιστική θεώρηση των πραγμάτων. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι χρειάστηκαν είκοσι αιώνες για να ανακαλύψουν την κατάλληλη μέθοδο εξόρυξης του σιδηρομεταλλεύματος και να κατανοήσουν τις ιδιότητες του σιδήρου. Ο Πλάτωνας περιγράφοντας την τελετή που γινόταν κάθε έξι χρόνια από τους δώδεκα βασιλιάδες της Ατλαντίδας αναφέρει πως για τη σφαγή των ταύρων που θα θυσιάζονταν δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί κανένα σιδερένιο αντικείμενο. Το γεγονός αυτό φανερώνει πως οι ατλάντειοι σοφοί χρησιμοποιούσαν το σίδηρο για λιγότερο ιερούς σκοπούς. Πιστεύω όμως πως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ιδέες του Πλάτωνα είναι ετεροχρονισμένες και χρωματισμένες από αναμνήσεις των πρώιμων ελληνικών τελετουργιών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ερευνών μου οι ατλάντειοι Αλχημιστές δεν χρησιμοποιούσαν όλα τα μέταλλα στις τελετές τους αλλά μόνο το χρυσό, το ασήμι, τον κασσίτερο, το χαλκό και τον ορείχαλκο, που ήταν κράμα χαλκού και κασσίτερου. Η αλχημική χρήση των μετάλλων προηγήθηκε της πραχτικής τους εφαρμογής στην καθημερινή ζωή και αργότερα αναπτύχθηκε παράλληλα με αυτήν.

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε γιατί οι ατλάντειοι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη μετά τη μεγάλη καταστροφή, δε μετέφεραν μαζί τους τις μεταλλουργικές τους γνώσεις που κατείχαν. Η Ατλαντίδα χάθηκε στο βυθό του ωκεανού περίπου στα 9.400 π.Χ. Από τον υπόλοιπο κόσμο, πρώτοι οι Αιγύπτιοι άρχισαν να ασχολούνται με την επεξεργασία του χαλκού κατά τη Μέση Προδυναστική Περίοδο γύρω στα 3.700 π.Χ., ενώ λίγο νωρίτερα ξεκίνησαν να δουλεύουν το χρυσό. Μεσολαβεί δηλαδή ένα χάσμα περίπου 6.000 χρόνων ανάμεσα στην καταστροφή της Ατλαντίδας και στη χρήση των μετάλλων από τους άλλους λαούς της αρχαιότητας.

Φυσικά πρέπει να εξετάσουμε με επιείκεια το φαινόμενο της εξαφάνισης της επιστημονικής γνώσης που αναπτύχθηκε στην Ατλαντίδα. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως το τεχνολογικό επίτευγμα του Ήρωνα της Αλεξάνδρειας, η Αιολόσφαιρα, που ήταν η πρώτη ανθρώπινη κατασκευή που χρησιμοποίησε σαν κινητήρια δύναμη τον ατμό ήταν χαμένο για ολόκληρους αιώνες έως τον 18ο αιώνα, οπότε με την κατασκευή της ατμομηχανής άνοιξε ο δρόμος της βιομηχανικής επανάστασης. Βλέπουμε πόσο εύκολα ο σπόρος μιας μεγάλης ιδέας μπορεί να επισκιαστεί και να εγκαταλειφθεί. Χωρίς να είμαι απόλυτος πιστεύω πως η γνώση της ατλάντειας επιστήμης της μεταλλουργίας χάθηκε ως ένα βαθμό, αλλά η μνήμη της επέζησε στην παράδοση και τη μυθολογία των λαών. Κυρίως ξαναζωντάνεψε στην Αίγυπτο και σε άλλες χώρες όπου καταγράφτηκαν οι αλληγορίες και οι συμβολισμοί των πρώτων αλχημιστών.

Ο Βενσέ ντε Μποβέ διαφωνεί πως η αλχημεία ήταν γνωστή στον προκατακλυσμιαίοι κόσμο και θεωρεί τον Νώε σαν τον πρώτο άνθρωπο που γνώρισε το ελιξήριο της Ζωής, που αποτελεί και ένα από τα κύρια θέματά της. Ο Λεγκλέ ντι Φρεσνουά στην «Ιστορία της Ερμητικής Φιλοσοφίας», λέει πως η τέχνη της Αλχημείας προέρχεται από τον πατριάρχη Σημ ή Χαμ, το γιο του Νώε, και πως οι όροι χημεία και αλχημεία πάρθηκαν από το όνομά του –μια άποψη πολύ έξυπνη αλλά και παράλογη. Το «Βιβλίο του Ενώχ» περιλαμβάνει τουλάχιστον τρεις αλχημικούς υπαινιγμούς. Μέσα του αναφέρονται ένα βουνό από σίδηρο, ένα από χρυσό, ένα από χαλκό και άλλα από ασήμι και «μαλακό μέταλλο» που «βγαίνουν από τη γη». Επίσης μας λέει πως ο μόλυβδος και ο κασσίτερος χύνονται από μια πηγή που τη φυλάει ένας άγγελος. Ο Ρόμπερτ του Τσέστερ ταυτίζει τον Ενώχ με τον Ερμή και υποστηρίζει πως αυτός ήταν ο συγγραφέας του «Βιβλίου της Σύνθεσης της Αλχημείας». Το βιβλίο αυτό ανακαλύφθηκε αργότερα από τον Αντφάντ της Αλεξάνδρειας, ο οποίος και το αποκάλυψε στο Μαριένα της Ρώμης που με τη σειρά του το ερμήνευσε στον πρίγκιπα Καλίντ της Αιγύπτου. Η σύγχρονη Αγγλική Εταιρεία Κειμένων ανατύπωσε μια αγγλική μετάφραση ενός βιβλίου που λέγεται πως γράφτηκε από τον Ερμή «μετά τον κατακλυσμό του Νώε» το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα. Ο Ζώσιμος (ο Πανωπολίτης) που έζησε τον τρίτο αιώνα μ.Χ. αναφέρει πως οι «πεσμένοι άγγελοι», οι γιοι του Σηθ που επαναστάτησαν, έδωσαν στους ανθρώπους την αλχημεία. Από το έργο του Παράκελσου «Η Αποκάλυψη του Ερμή» μαθαίνουμε πως το Ελιξήριο της Ζωής είχε την ικανότητα να παρατείνει τη ζωή.

Στο «Αρμπατέλ», ένα μαγικό βιβλίο που δημοσιεύτηκε στα 1610 μ.Χ. δίνεται στο μύστη η υπόσχεση της «αναγέννησης του Ενώχ» που ήταν «Βασιλιάς του κατώτερου (ή Υλικού) Κόσμου».

Μπορούμε να αναζητήσουμε την πρώιμη ιστορία και την παράδοση της αλχημείας στα αρχεία της αρχαίας Αιγύπτου της κόρης της Ατλαντίδας. Γράφοντας για τις απαρχές της Αλχημείας ο Γουέιτ σημειώνει: «Όλοι πίστευαν πως η παραδοσιακή επιστήμη του Ερμή είχε το λίκνο της στην αρχαία Αίγυπτο. Στην πραγματικότητα όμως ούτε στην Αίγυπτο ούτε στην αρχαία Ελλάδα ανακαλύφθηκε κάποιο ίχνος αλχημείας μέχρι τη μεταχριστιανική εποχή». Η παράγραφος αυτή γράφτηκε στα 1926, σε μια εποχή που όλοι όσοι ενδιαφέρονταν για την αρχαία Αίγυπτο γνώριζαν πολύ καλά πως ο Σερ Γουόλυ Μπατζ, ο πασίγνωστος αιγυπτιολόγος είχε καταλήξει στη θεωρία της αιγυπτιακής καταγωγής της αλχημείας!

Στο έργο του με τίτλο «Αιγυπτιακή Μαγεία» ο Μπατζ παρουσιάζει τα επιχειρήματα που στηρίζουν την άποψή του πως η αλχημεία προέρχεται από την αραβική λέξη «Αλ Κέμια», αλλά ακόμα υποστηρίχτηκε πως μπορεί να προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη «Κεμτ» που σημαίνει «μαύρος» ή «σκοτεινός» και αποδίδεται στη χώρα εξαιτίας του σκοτεινού χρώματος της λάσπης στις όχθες του Νείλου. Θεωρείται πως οι αιγύπτιοι χριστιανοί μεταβίβασαν τη λέξη σαν «Κέμε» στους Έλληνες, Ρωμαίους, Σύριους και Άραβες. Ο Μπερτελό στη μεγάλη του εργασία για την αλχημεία, αναφέρει πως σε μια διατριβή που χρονολογείται από τη δωδέκατη δυναστεία (περίπου 2.000 π.Χ.) ένας γραμματέας συνιστά στο γιο του μια δουλειά που τιτλοφορείται «Κεμί».

Από την αρχή της ιστορίας τους οι Αιγύπτιοι έδειξαν μεγάλη επιδεξιότητα στην επεξεργασία των μετάλλων. Ορισμένοι έλληνες συγγραφείς υποστηρίζουν πως οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν τον υδράργυρο για να διαχωρίσουν το χρυσάφι και το ασήμι από τα εγχώρια μεταλλεύματα. Τα τρίμματα που προέρχονταν από αυτές τις διαδικασίες σχημάτιζαν μια μαύρη σκόνη η οποία υποτίθεται πως περιείχε μέσα της τα χαρακτηριστικά των διάφορων μετάλλων που συμμετείχαν στη δημιουργία της. Η σκόνη αυτή ταυτιζόταν με το σώμα που έπαιρνε ο θεός Όσιρις στον Κάτω Κόσμο. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι απέδιδαν και στα δύο μαγικές ιδιότητες και τα θεωρούσαν πηγές της ζωής και της δύναμης. «Έτσι», λέει ο Σερ Γουόλις Μπατζ, «παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνικής της μεταλλουργίας στην Αίγυπτο, παρουσιάστηκε και η πίστη πως στα ρευστά και στα κράματα των μετάλλων υπήρχαν μαγικές δυνάμεις. Η τέχνη της επεξεργασίας των μετάλλων και η γνώση της χημείας και των μαγικών τους δυνάμεων περιγράφονταν με το όνομα «Κίμια», δηλαδή η παρασκευή του μαύρου μεταλλεύματος που πιστευόνταν ότι είναι η ενεργετική αρχή στη μετάλλαξη».

Φυσικά όλη αυτή η διαδικασία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αλχημεία. Πιστεύω ότι πρέπει να δεχτούμε τη μαρτυρία του μεγάλου Αιγυπτιολόγου Σερ Γουόλις Μπατζ και να απορρίψουμε τις δηλώσεις του Γουέιτ πως δεν υπάρχουν αποδείξεις για την ύπαρξη της αλχημείας στην Αίγυπτο μέχρι τη χριστιανική εποχή και πως ακόμη και τότε αποτελούσε μια κίβδηλη υπόθεση χωρίς πνευματικό ιδεαλισμό που δεν είχε καταξιωθεί παραδοσιακά. Είναι πασίγνωστο πως μέχρι το τέλος η Αλχημεία θεωρούσε μια σκόνη σαν κύριο εργαλείο της. Η σκόνη αυτή πηγάζει από τη σκόνη του Όσιρι και ήταν αντικείμενο θαυμασμού από τότε που εμφανίστηκε η λατρεία που έφτασε στην Πρωτοδυναστική Αίγυπτο από τη βορειοδυτική Αφρική με τους Κάβειρους, τους απόγονους των προσφύγων της Ατλαντίδας. Πραγματικά ο Σερ Γουόλις Μπατζ λέει για τον Όσιρι: «Όλες οι αναφορές που υπάρχουν για τον Όσιρι στα κείμενα των αρχείων όλων των περιόδων τείνουν να δείξουν πως ήταν ιθαγενής θεός της βορειοανατολικής Αφρικής που πρωτοεμφανίστηκε μάλλον στη Λιβύη».

Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που φανερώνουν την ύπαρξη της Αλχημείας στην αρχαία Αίγυπτο. Είναι γνωστό πως ο θεός Ώρος, ο γιος του Όσιρι, συνδεόταν με τη λατρεία του «Μεσνιού» ή χαλκουργού. Επίσης θεωρείτο ο Κύριος του Εϊτφού «της πόλης του Σιδηρουργείου» και ο πρώτος μεταλλουργός. Τα χρώματα των αρχαίων Αιγυπτιακών θεοτήτων εμφανίζονται συνέχεια στη μεσαιωνική Αλχημεία. Έτσι βρίσκουμε στην αιγυπτιακή παράδοση τον κόκκινο Ώρο (χαλκός) ή τον πράσινο Όσιρη (χαλκός που βρίσκεται στο μαλαχίτη). Ο ποταμός Νείλος ήταν το αρχικό μυθολογικό σύμβολο του Ελιξηρίου της Ζωής που εμφανίζεται μόνιμα στην αλχημική ιστορία. Η ξαφνική εμφάνιση λάσπης και χλόης στις όχθες του, όταν πλημμύριζε, έδωσε στους πρώτους Αιγύπτιους την εντύπωση πως ήταν ένα μαγικό νερό της ζωής και πάνω τους βασίστηκε ο θρύλος του περίφημου Ελιξηρίου. Επίσης ένα πέπλο μυστηρίου κάλυπτε τα πάντα, επειδή δεν μπορούσαν να ανακαλυφθούν οι πηγές του ιερού ποταμού. Το πράσινο χρώμα του Νείλου και η βλάστησή του αποδίδονταν στον μαλαχίτη και το μετάλλευμα του χαλκού, ενώ το χρώμα του «Κόκκινου Νείλου» ή η απόχρωση των νερών του ρεύματος από την κόκκινη λάσπη συνδεόταν με το ίδιο το χρώμα του χαλκού. Ο συμβολισμός μπορεί να φαίνεται περίπλοκος αλλά οι αποδόσεις του είναι ξεκάθαρες. Επιπλέον ο αιγυπτιακός χρωματικός συμβολισμός επιβεβαιώνει την άποψη πως τα αλχημικά χρώματα προέρχονται από την Αίγυπτο. Ο Πλούταρχος στο έργο του «Ίσης και Όσιρις» λέει πως οι πιο προχωρημένοι ανάμεσα στους ιερείς αποκαλούσαν τον Νείλο «Όσιρι».

Για τους αρχαίους Αιγύπτιους ο χρυσός ήταν «η σάρκα των θεών», η ίδια η πηγή της ζωής που έπεφτε από τον ήλιο. Για αυτό στόλιζαν τη μούμια και την κάσα της με φύλλα χρυσού με την ελπίδα πως το αίμα θα διατηρούσε την αιώνια σπίθα της ζωής, έτσι ώστε όταν επέστρεφε η ψυχή να αναζωπυρωνόταν το σπέρμα της ζωής.

Ο Ζώσιμος ο Πανωπολίτης τον τρίτο αιώνα μ.Χ. γράφει πως η Αλχημεία ήταν η θεϊκή τέχνη των ιερέων και των βασιλιάδων της Αιγύπτου και την κρατούσαν μυστική. Ο Σάιντας στη «χημεία» του, λέει πως ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός έκαψε όλα τα αλχημικά βιβλία των Αιγυπτίων για να τους τιμωρήσει επειδή επαναστατούσαν εναντίον της Ρώμης. Ο θρύλος του Νείλου που σχετίζεται με το Ελιξήριο της Ζωής, συνδέεται συμβολικά και με τη Φιλοσοφική Λίθο, η οποία είναι μια από τις μεγαλύτερες αναζητήσεις των αλχημιστών. Όπως λέει ο Ζώσιμος, ο αλχημιστής Οστάνης που μύησε τον Δημόκριτο στη τέχνη της αλχημείας, συνέστησε στον έλληνα φιλόσοφο να ταξιδέψει στο Νείλο για να βρει μια συγκεκριμένη πέτρα. Έπρεπε να κόψει την πέτρα στα δύο και να αφαιρέσει την «καρδιά» της «επειδή μέσα στην καρδιά της βρίσκεται η ψυχή της».

Ο Πιερ Μαρσεγέ Μπερτελό στο έργο του «Η Χημεία της Μεσαιωνικής Εποχής» μιλάει για ένα βυζαντινό χειρόγραφο που αναφέρει πως η αιγύπτια θεά Ίσιδα είπε στο γιο της Ώρο ότι ζήτησε από έναν άγγελο που την επισκέφτηκε να της δώσει το μυστικό της παρασκευής χρυσού και άργυρου. Ο άγγελος επειδή δεν κατείχε αυτή τη δύναμη την παρέπεμψε στον Αμναήλ έναν ανώτερο άγγελο που της μετέδωσε την ιερή γνώση αφού πρώτα της ζήτησε να πάρει όρκο σιγής. Πιστεύω πως πρόκειται για βυζαντινή καταγραφή μιας αλεξανδρινής παράδοσης σύμφωνα με την οποία οι Αιγύπτιοι πίστευαν πως τα μυστικά της αλχημείας ήταν προνόμιο μόνο των θεών και των βασιλιάδων. Στο κείμενο υπάρχει μια δυσνόητη και φλύαρη συνταγή παρασκευής χρυσού όπως και στο μεσαιωνικό δοκίμιο για την αλχημεία.

Στα αρχεία της Μυστικής Παράδοσης υπάρχουν τα λείψανα μιας αρχαίας θεωρίας που πρεσβεύει πως η δημιουργία του κόσμου ήταν έργο θείας Αλχημείας. Στη συνέχεια αναφέρεται πως η αλληγορία αυτή αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη της αλχημείας και πως ολόκληρη η διαδικασία της δημιουργίας ήταν ένα πείραμα που έγινε σε ένα τεράστιο εργαστήριο. Ο μυημένος μέσα από αυτή την παράγραφο πληροφορείται πως οι σοφοί της Ατλαντίδας θεωρούσαν αυτή τη συμβολική αναφορά σαν μία από τις κεντρικές ιδέες της διδασκαλίας τους. Νομίζω πως αυτές οι αντιλήψεις είναι παρόμοιες με την ελευθεροτεκτονική αρχή πως ο Δημιουργός είναι ο «Μεγάλος Αρχιτέκτονας», μόνο που στην περίπτωσή μας ο Δημιουργός είναι ο «Μεγάλος Αλχημιστής». Η ίδια άποψη συναντάται στο έργο του άγγλου μυστικιστή Ρόμπερτ Φλόιντ «Τα κλειδιά της φιλοσοφίας και της Αλχημείας» καθώς και στη «Χρυσή Κασετίνα» του Μπενέντικτους Φίγκουλους που περιλαμβάνει ένα φυλλάδιο του γερμανού αλχημιστή Αλεξάντερ φον Σούχτεν. Ο φον Σούχτεν υποστηρίζει πως η αφήγηση της Δημιουργίας στο βιβλίο της Γένεσης αντιστοιχεί στη μέθοδο του Μεγάλου Έργου που σχετίζεται με την παρασκευή της Φιλοσοφικής Λίθου, η οποία στην πραγματικότητα είναι ένας μικρόκοσμος ή κατώτερος κόσμος, δηλαδή μια πνευματική αντανάκλαση του υλικού πεδίου. Στο «Αληθινό Βιβλίο της Αιγυπτιακής Σοφίας» που περιλαμβάνεται στα κείμενα του Ζώσιμου του Πανωπολίτη λέγεται πως «το χημικό σύμβολο ή αλληγορία λαμβάνεται από την πράξη της δημιουργίας μπροστά στα μάτια των μυστών που συγκρατούν και εξαγνίζουν τη θεϊκή ψυχή που παγιδεύτηκε στα στοιχεία και ελευθερώνουν το πνεύμα από τα δίχτυα της σάρκας». Η ιδέα αυτή επαναλαμβάνεται συχνά στην αλχημική φιλολογία και αποτελεί έναν από τους κυριότερους συντελεστές της παράδοσης της αλχημείας. Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα πως μια τέτοια αλληγορία υποδηλώνει την ύπαρξη μιας λατρείας λίγο ή πολύ αναπτυγμένης. Πραγματικά κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο μέσα από την αναλογία με τον ελευθεροτεκτονισμό. Κάτω από το πρίσμα αυτής της αλχημικής θεώρησης μπορούμε να πούμε πως η εικόνα του Δημιουργού σαν Μεγάλου Αλχημιστή αποτελεί θεμελιώδη παραδοχή ορισμένων μυστικών αδελφοτήτων.

Η ίδια πηγή της Μυστικής Παράδοσης μας πληροφορεί πως τα διάφορα μέταλλα σχετίζονταν με τους πλανήτες φέρνοντας κατά νου τη μυθολογία της ατλάντειας ή πρωτόγονης αλχημείας. Η ταύτιση αυτή είναι σπουδαιότατη επειδή αποδεικνύει την ατλάντεια προέλευση της αλχημείας. Οι ατλάντειοι αλχημιστές θεωρούσαν το χρυσό μέταλλο του Ήλιου, το ασήμι της Σελήνης, το μόλυβδο του Κρόνου, το σίδηρο του Άρη και τον κασσίτερο του Δία. Επίσης ένα μεταλλικό κράμα αντιπροσώπευε τον Ερμή και ο χαλκός την Αφροδίτη. Ο συμβολισμός αυτός δε συμφωνεί με εκείνον του παγανιστή συγγραφέα Κέλσου (Ρωμαίος Πλατωνιστής φιλόσοφος που έζησε τον 2ο αι. μ.Χ. Έργο του ο «Αληθής Λόγος» που γνωρίζουμε μόνο τμηματικά από την απάντηση του Ωριγένη) στο φλογερό του διάλογο με τον Ωριγένη, τον πρώιμο χριστιανό απολογητή, όπου οι επτά ουρανοί των Περσών περιγράφονται από τις εισόδους τους. Στην είσοδο του Κρόνου υπήρχε μια πύλη από μόλυβδο στην είσοδο της Αφροδίτης μια πύλη από κασσίτερο, στην είσοδο του Δία μια πύλη από χαλκό. Του Ερμή ήταν από σίδηρο, του Άρη από κράμα μετάλλων, εκείνη του Ήλιου ήταν από καθαρό χρυσάφι και της Σελήνης από ασήμι.

Ο Ηρόδοτος μιλάει για τα επτά τείχη στα Εκβάτανα, την πρωτεύουσα της Μηδίας∙ το εξωτερικό τείχος ήταν το χαμηλότερο από όλα, ενώ τα υπόλοιπα προοδευτικά γίνονταν όλο και ψηλότερα, ώστε να δεσπόζουν το ένα πάνω από τα άλλα. Το εξωτερικό τείχος είχε χρώμα λευκό, το δεύτερο μαύρο, το τρίτο πορφυρό, το τέταρτο γαλάζιο, το πέμπτο κόκκινο ή βαθύ πορτοκαλί, ενώ η κορυφή του έκτου τείχους ήταν στεφανωμένη με ασήμι και η κορυφή του έβδομου ή εσωτερικού τείχους με χρυσό. Σίγουρα τα χρώματα αυτά ταυτίζονταν με τους επτά πλανήτες. Ο Πλάτωνας αναφέρει πως τα τείχη του νησιού της Ατλαντίδας ήταν καλυμμένα εξωτερικά με χαλκό και εσωτερικά με κασσίτερο ενώ τα τείχη της ακρόπολης ήταν καλυμμένα με χρυσό. Σύμφωνα με τον ατλάντειο πλανητικό συμβολισμό που αναφέρθηκε πιο πάνω, αυτό σημαίνει πως αυτά τα τείχη αντιπροσώπευαν ή ήταν αφιερωμένα στην Αφροδίτη, το Δία και τον Ήλιο αντίστοιχα, ή σε άλλες θεότητες με παρόμοιες ιδιότητες. Εδώ υπάρχει μια σαφής αλληγορική αναφορά στην αλχημική τέχνη της Ατλαντίδας.


ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ η ήπειρος των μυστηρίων
Lewis Spence

Εικόνα: Ερμής ο Τρισμέγιστος


Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.