Ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα

Αυτός που κρατούσε πραγματικά σε απόσταση τους Άγγλους, που τους αντιμετώπιζε όπως τους ήξερε καλά, σαν ένα πολύ επικίνδυνο εφιάλτη που δεν είχε καμιά θέση στη ζωή της πατρίδας του, ήταν ο Πολύκαρπος Ιωαννίδης. Άνθρωπος ευθύς και έντιμος, φύσει ευγενικός. Μπορεί, μάλιστα, να τον πείραζε που δεν είχε την ικανότητα και τη δύναμη να τους μισεί όσο τους άξιζε. Δεν είχε, όμως, ούτε αυταπάτες. Από τη μιά έβλεπε καθαρά πως ο αγώνας για την Ένωση και την απαλλαγή από τους Άγγλους, με τον Μακάριο αρχηγό, δεν πήγαινε καθόλου καλά, κι από την άλλη δεν ήθελε καν ν’ ασχολείται μαζί τους.

Γνώριζε, φυσικά, πως οι δεσμοφύλακές τους δεν ήταν παρά εντεταλμένοι υπάλληλοι, που ούτε η άποψή τους είχε καμιά σημασία ούτε βέβαια είχαν λόγο στη λήψη των αποφάσεων που τον ενδιέφεραν. Αυτό που μπορούσαν να κάμουν ήταν να εισπράττουν από τους εξόριστους και να μεταφέρουν το πνεύμα της απόφασης για ελευθερία της πατρίδας τους, πνεύμα ανυποχώρητης αντίστασης. Κι αυτό έκαμνε. Παρά την καλή γνώση της αγγλικής που είχε –αυτός είχε γράψει, με την άφιξή τους εκεί, δυο επιστολές διαμαρτυρίας, όπως και την απόφαση και τους λόγους για την απεργία πείνας–, ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσε να δείξει την περιφρόνησή του γι’ αυτούς, που θεωρούνταν πολιτισμένοι, αλλά δεν είχαν πρόβλημα να διατηρούν άλλα έθνη υπόδουλα, ήταν τουλάχιστον να αρνείται να μιλά τη γλώσσα τους.

Ακόμα κι αυτή την έγνοια του Μακαρίου για καλυτέρευση των αγγλικών του, όπως και την φροντίδα του να διατηρεί καλές σχέσεις με όλους, την καταλάβαινε μόνο ως ένδειξη ότι ο Αρχιεπίσκοπος δεν είχε πάντα και αποκλειστικά στο νου του την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Που όταν θα γινόταν, θα τον έστελνε πίσω στις αληθινές του διαστάσεις. Σ’ εκείνες δηλαδή του απλού Αρχιεπισκόπου, μιας αυτοκέφαλης Εκκλησίας, ενός ακόμα νησιού της Ελλάδος, στο ανατολικότερό της σύνορο, όπου θα ‘χε όλο τον καιρό στη διάθεσή του να μάθει όσα εγγλέζικα τραβούσε η ψυχή του.

[…]

Στο μεταξύ πίσω στην Κύπρο, στις 18 Ιανουαρίου 1957, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με Βρετανούς στρατιώτες ο Μάρκος Δράκος, 24 ετών. Έφερε 13 τραύματα από σφαίρες στο κεφάλι, στο λαιμό, στο πρόσωπο, στο στήθος και αλλού.

Στις 21 Ιανουαρίου αναφέρθηκε ο θάνατος του ταγματάργη Τζων Ντ. Έβανς, 44 χρονών, του Συντάγματος Έσσεξ. Λεπτομέρειες για τις συνθήκες θανάτου του δεν δόθηκαν.

Την ίδια μέρα, στον δρόμο μεταξύ Πλατρών και Φοινίου, ανακόπηκε από βρετανικά στρατεύματα, πάνω στη μοτοσικλέτα του, πηγαίνοντας να ειδοποιήσει αντάρτες ότι έρχονταν οι Άγγλοι, ο Δήμος Ηροδότου, 33 ετών. Υποδείχτηκε από προδότες που συνόδευαν τους Άγγλους, ως μέλος της ΕΟΚΑ. Πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε επί τόπου. Άφησε πίσω του έγκυο σύζυγο και τρία παιδιά, δύο μέχρι οκτώ χρονών.

Στις 4 Φεβρουαρίου αναφέρθηκε ο θάνατος του δεκανέα Έρνεστ Ουώρρεν, 23 ετών, μηχανικού της πολεμικής αεροπορίας. Λεπτομέρειες για τις συνθήκες θανάτου του δεν δόθηκαν.

Στις 7 Φεβρουαρίου, έπεσε σε μάχη εναντίον των Άγγλων, στο χωριό Προδρόμι της επαρχίας Πάφου, ο Τάκης Σοφοκλέους, ετών 16. Στην ίδια μάχη έπεσε επίσης ο Γεώργιος Παπαβερκίου, ετών 19.

Στις 15 Φεβρουαρίου, σε ενέδρα κοντά στη Μεσόγη πληγώθηκε θανάσιμα ο στρατιώτης Τζωρτζ Γκεχέκαν, 21 ετών. Στις 18 Φεβρουαρίου, αναφέρθηκε ο θάνατος του ταγματάρχη Τζέραρντ Χήλυ, 46 ετών, και στις 19 ο θάνατος του υπολοχαγού Πήτερ Μάικλ Χέινς, 20 ετών, από το Έπσομ Σάρρεϋ. Ο υπολοχαγός σκοτώθηκε σε επιχείρηση εναντίον της ΕΟΚΑ, στην περιοχή Τροόδους. Στις 24 Φεβρουαρίου αναφέρθηκε ο θάνατος του στρατιώτη Πωλ Μάρριοτ, 19 ετών, και στις 27 του Μέλβιλ Ντίξον, 19 ετών, μηχανικού της Πολεμικής Αεροπορίας.

Στις 3 Μαρτίου, μετά από πολύωρη μάχη με τους Άγγλους, σκοτώθηκε μέσα στο κρησφύγετό του, σε μια πλαγιά των βουνών του Μαχαιρά, ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ Γρηγόρης Αυξεντίου, ετών 28.

Από ρίψεις βομβών, επιθέσεις, δολιοφθορές, ενέδρες, άλλοι τόσοι κι ακόμα περισσότεροι Άγγλοι στρατιώτες και πολίτες σκοτώθηκαν ή πληγώθηκαν, μέσα σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών. Έλληνες καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, σε θάνατο, συλλαμβάνονταν, πέθαιναν στις μάχες και στα βασανιστήρια ή κρατούνταν παράνομα, χωρίς δίκη, σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

Η απώλεια του Αυξεντίου ήταν το αποκορύφωμα. Τον θαυμασμό και την περηφάνια για την πίστη, την ηρωική του αντίσταση και τον μεγαλειώδη του θάνατο, ακολούθησαν σκέψεις φόβου, για το εκ πρώτης όψεως δυσαναπλήρωτο κενό που άφηνε πίσω του, για τις προς στιγμήν φαινομενικά μειωμένες πια ικανότητες της οργάνωσης να συνεχίσει τον αγώνα.

-Φτάνει πια, είπε ο Μακάριος, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, τα νέα είναι χειρότερα. Περισσότεροι νεκροί, περισσότεροι πληγωμένοι, ορφανεμένοι, δικοί μας και ξένοι. Πού θα σταματήσει αυτή η ιστορία;

-Δεν δοκιμάσαμε όλους τους άλλους τρόπους, Μακαριότατε; είπε ο Πολύκαρπος. Δεν είναι κοινή απόφαση ο ένοπλος αγώνας, δεν το ξέραμε ότι θα χυθεί αίμα; Είναι ο μόνος δρόμος που μας άφησαν.

Σαν να μην άκουσε καν τον Πολύκαρπο, τον κοίταξε μ’ εκείνο το σβηστό, ανεξιχνίαστο βλέμμα, κλεισμένος βαθιά μέσα στον εαυτό του και συνέχισε:

-Το λάθος είναι δικό μου, που σας άκουσα τον Σεπτέμβρη. Από τότε έπρεπε να ζητήσω την ανακωχή. Τώρα, τι εξυπηρετούν οι ατέλειωτες θυσίες; Όσο περισσότερο αίμα χύνεται, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η θέση μας.

-Μακαριότατε, μην απογοητεύεστε, είπε ο Παπασταύρος. Είμαστε κι εμείς πολύ λυπημένοι, όσο κι εσείς, μα τι μπορούμε να κάνουμε; Μήπως δεν το ξέρουμε από την ιστορία μας; Μην ξεχνάτε πόσες φορές το είπατε κι εσείς: «Μόνο με αίμα ποτίζεται το δένδρο της ελευθερίας…»

-Μιλάτε, Μακαριότατε, λες και το φταίξιμο είναι δικό μας, είπε ο Κυπριανός.

Ο Μακάριος κοίταξε τώρα κατάματα τον Κυπριανό, χωρίς να καταφέρει να κρύψει τον θυμό του.

-Και ποια η ωφέλεια, είπε, που χάθηκε ένας από τους πιο δυναμικούς, τους πιο ικανούς ανθρώπους μας; Είναι απίστευτη η αφέλειά σας. Νομίζατε πως είναι αρκετή η πίστη και το πείσμα; Δεν είναι μια απλή και σκέτη επανάληψη η Ιστορία, δεν θα ελευθερωθεί η Κύπρος αν γίνει ολοκαύτωμα, επειδή έγινε η Eλλάδα ολοκαύτωμα για να ελευθερωθεί πριν από 150 χρόνια. Οι καιροί αλλάζουν, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές… Μα δεν έμεινε ούτες ένα πια, που να μπορεί να σκεφτεί, ούτ’ εδώ ούτε στην Κύπρο;

Ο Πολύκαρπος αισθάνθηκε πως θα ‘ταν καλύτερα να του δίνει από μια τέτοια συζήτηση. Ας ήταν και νύχτα ήθελε να βγει έξω. Να τραβήξει, με το φως του φεγγαριού, κατά τις τριανταφυλλιές. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του αλατζένιου σακακιού του. Το σουγιαδάκι ήταν εκεί. Πόσο θα τον ανακούφιζε αν αντί ν’ ακούει, αντί να μιλά, έξυνε, έξυνε, μακριά την ψώρα από τις τριανταφυλλιές του… Μα πάλι, ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τον Μακάριο, είχε εργαστεί για την εκλογή του, δεν τον φοβόταν.

-Μακαριότατε, είπε, όλοι στην Κύπρο κρατούν ψηλά το σύνθημα «Ο Μακάριος είναι εκλελεγμένος ηγέτης μας, μόνο αυτός εκπροσωπεί τον λαό». Κι αυτό, εσείς, ποτέ δεν το αρνηθήκατε. Αντίθετα το καλλιεργήσατε και το εδραιώσατε. Κανένας άλλος δεν τολμά να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία. Εσείς τους εμάθατε να σκέφτονται έτσι. Εσάς περιμένουν κι εσείς αποφασίζετε. Αν, λοιπόν, εσείς πιστεύετε –κι αυτά τα ξαναείπαμε τότε με το σχέδιο του Χάρντινγκ– πως λόγω των συνθηκών, όπως έχουν διαμορφωθεί, ο αγώνας της ΕΟΚΑ δεν προωθεί πια την απελευθέρωση της Κύπρου, γιατί δεν το λέτε, γιατί δεν ζητάτε αμέσως τον τερματισμό του; Αφού είναι αδύνατον να καταβάλουμε την αυτοκρατορία, ας σταματήσει ο ένοπλος αγώνας, ας καλέσουμε τους Άγγλους ν’ αναλάβουν όλες τις ευθύνες της διακυβέρνησης του τόπου κι ας επαναφέρουμε το αίτημά μας αργότερα, σε ευθετότερο χρόνο, όταν οι πολιτικές συνθήκες θα είναι πιο ευνοϊκές, όταν έτσι κι αλλιώς θα δοθεί σε όλους τους υπόδουλους λαούς η ελευθερία τους.

Στο δωμάτιο δεν μιλούσε κανένας. Ο Παπασταύρος έσκυψε το κεφάλι κι έμπλεξε τα δάχτυλα. Ήταν φανερό πως προσευχόταν. Ο Κυπριανός έκαμε να σηκωθεί. Η συζήτηση φαινόταν να είχε τελειώσει. Κανείς δεν περίμενε πως ο Μακάριος θα είχε κάτι ν’ απαντήσει. Ο Πολύκαρπος έσφιξε το σιουγαδάκι στην τσέπη του κι όπως στεκόταν, γύρισε κατά την έξοδο. Γι’ αυτό ήθελε από πριν να φύγει, δεν ήθελε να φέρει τον Αρχιεπίσκοπο σε τόσο δύσκολη θέση.

Μα άκουσε ξανά πίσω του τη φωνή του Μακαρίου:

-Ο λαός απέκαμε πια και θα μας εγκαταλείψει.

Ο Κυπριανός πιάστηκε από την καρέκλα για να ξανακάτσει. Ο Παπασταύρος τον κοίταξε γεμάτος απορία. Κεραυνόπληκτος ο Πολύκαρπος πάγωσε στιγμιαία κι ύστερα γύρισε πίσω. Αυτό, τώρα, πώς του ήρθε; Από πού του ήρθε; Ποιος του το είπε αυτό το ψέμα, ποιος, αν υπάρχει τέτοιος του το ‘γραψε; Ταυτόχρονα για να προστατέψει το ίδιο το κορμί του από την αιχμηρότητα των λέξων που άκουσε, έφερε και τα δυο χέρια με σφιγμένες τις γροθιές στο στήθος, κρατώντας ακόμα μες στα κλειστά δάχτυλα το σουγιαδάκι και μάζεψε τους ώμους κάμνοντάς τους σχεδόν ένα με το κεφάλι.

-Πώς το ξέρετε αυτό; είπε με φωνή που έτρεμε, νιώθοντας τώρα και το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι.

Ο Μακάριος κοιτούσε κάτω, χωρίς να μιλά. Ο Πολύκαρπος, καρφωμένος στην ίδια θέση, περίμενε μιαν απάντηση, μια άρνηση ή μιαν επιβεβαίωση, να ξανακούσει, αν ήταν δυνατόν, αυτό που δεν πίστευε ακόμα στ’ αυτιά του πως είχε ακούσει. Δεν είχε ιδέα πώς τα ίδια, περί «κούρασης» του λαού, σε συνδυασμό μάλιστα με πρόβλημα «μεγάλων δαπανών», τα είχε πει και στον Διγενή, στη συνάντηση που είχε μαζί του στο μετόχι του Κύκκου, έναν ολόκληρο χρόνο νωρίτερα. Τώρα όμως, ο Μακάριος σιωπούσε.

-Με συγχωρείτε, συνέχισε ο Πολύκαρπος με φωνή που εξακολουθούσε να τρέμει, μήπως αυτά αποτελούν προσωπική σας γνώμη ή, για να το πω με λόγια του Πάπα, είναι προβολή της δικής σας ψυχής κι όχι η πραγματικότητα; Πώς κι πού πληροφορηθήκατε ότι έχει καμφθεί το αγωνιστικό φρόνημα του λαού;

Ο Μακάριος κοίταξε αργά πάνω. Το βλέμμα του δεν ήταν πια σβηστό. Είχε ανάψει εκείνη η λάμπα.

-Το διαισθάνομαι, αγαπητέ, το διαισθάνομαι, είπε. Ο λαός κουράστηκε πια και θα μας εγκαταλείψει. Αυτό διαισθάνομαι.

Ο Πολύκαρπος ήξερε πια πώς έχανε την ψυχραιμία του. Έκαμε ένα βήμα μπροστά και με φωνή γεμάτη ένταση, αναπνέοντας δύσκολα, κατόρθωσε στο τέλος να μιλήσει:

-Η μάνα, που της έφεραν το μήνυμα για τον σκοτωμένο γιο της στη μάχη, είπεν «έχω αμέσως άλλον έτοιμον». Εσένα σου φαίνεται κουρασμένη αυτή η γυναίκα, έτοιμη να μας εγκαταλείψει; Ο πατέρας, που έδωσε θάρρος στο παιδί του να αντέξει στα βασανιστήρια και να μην πει λέξη, έστω κι αν το πλήρωνε με τη ζωή του, ή η άλλη μάνα, που πάνω από το φέρετρο του νεκρού της γιου, είπε «έτσι σ’ έθελα γιε μου, ήρωα», έχασε το θάρρος της και θέλει να μας εγκαταλείψει; Κι εκείνη που έκαμε δικούς της στίχους, στην κηδεία του δεύτερου σκοτωμένου γιου της, «κάθε σαράντα τζι ένα γιο στέλλω εις τη θυσία, τζι ελπίζω ότι σύντομα θα ‘ρτει ελευθερία», ΕΣΥ… διαισθάνεσαι πως έχασε το κουράγιο της και είναι έτοιμη να καταθέσει τα όπλα;

Ο Παπασταύρος του έκαμνε απεγνωσμένα νοήματα να σταματήσει. Ο
Κυπριανός του ένευε με το βλέμμα, μόλις κουνώντας το κεφάλι, να τα πει, να τα πει όλα, μια και έξω. Ο Πολύκαρπος ούτε έβλεπε ούτε άκουε.

-Πού είδες κόπωση του λαού; Πού είδες κάμψη της αγωνιστικότητάς του; Στα κρατητήρια ή στις φυλακές, που τραντάζονται από τα τραγούδια των φυλακισμένων και των μελλοθάνατων, καθώς όλοι ψάλλουν τον Ύμνο, κάθε φορά που γίνεται μια εκτέλεση; Ή στα δικαστήρια, όπου όποια κι αν είναι η ποινή, οι καταδικασμένοι φωνάζουν ακλώνητοι ότι τίποτε δεν τους φοβίζει, αφού αγωνίζονται για την ελευθερία της πατρίδας τους; Ή μήπως την είδες στις χιλιάδες που μαζεύονται απ’ όλη την Κύπρο στις κηδείες και στα μνημόσυνα των νεκρών ηρώων; Εδώ, κύριε, οι νέοι της Κύπρου συναγωνίζονται ποιος θα σκοτωθεί πρώτος για την Ένωση κι εσύ μιλάς για… κόπωση;

Κάτωχρος, ο Μακάριος ψιθύρισε:

-Δεν πρέπει να εκμεταλλεύεστε τον λαό.

Κι ο Πολύκαρπος, ασυγκράτητος πια και κατακόκκινος, εκτός εαυτού, με τις γροθιές σφιγμένες ακόμα στο στήθος:

-Ως ηγέτης δεν έχεις κανένα δικαίωμα να αμφιβάλλεις και μάλιστα στις πιο κρίσιμες στιγμές της μάχης. Αντίθετα θα ‘πρεπε να εμψυχώνεις τον λαό την ώρα που κορυφώνει τον αγώνα του. Όσο για τον ποιος τον εκμεταλλεύεται, εγώ πάντως, ποτέ μου δε το έκαμα. Εσύ, ίσως.

Με το «εσύ, ίσως» τίναξε και τα δυο του χέρια μπροστά, ανοίγοντας τις γροθιές του σε τεντωμένα δάχτυλα, με τον ξεχασμένο σουγιά να ξεφεύγει και να εκσφεδονίζεται, να γλιστρά στο πάτωμα και να σταματά χιλιοστά δίπλα στο αριστερό παπούτσι του Μακαρίου, κάτω από το τραπέζι που καθόταν.

-Αδελφέ, για τ’ όνομα του Θεού, φώναξε ο Παπασταύρος και σηκώθηκε όρθιος.

Μα ο Πολύκαρπος ήταν ήδη έξω. Ο Παπασταύρος πήγε κοντά στον Μακάριο, ψάχνοντας λόγια να δικαιολογήσει τον Πολύκαρπο, που έχοντας επιστρέψει, στεκόταν τώρα στο κατώφλι γεμίζοντας την είσοδο με το αλατζένιο του σουλούπι, μ’ ένα κομμάτι φεγγάρι πίσω του.

Κατάχλομος και κάθιδρος πια, «αν φύγουμε από δω, πριν τελειώσει ο αγώνας, να το ξέρετε», είπε, κοιτάζοντας μια τον Κυπριανό και μια τον Παπασταύρο, «η Κύπρος είναι χαμένη. Χα-μέ-νη».

[…]

Μια άλλη άμεση ενέργεια του παρ’ ολίγον διεθνούς φήμης εντομολόγου Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκου, μελλοντικής, πιθανώς, αυθεντίας στις συνήθειες του ιχνεύμονος σφηκός –αν, ίσως, έμενε όσο και ο Πρέμπε στις Σεϋχέλλες– ήταν ο καταρτισμός απλού καταλόγου δικαιούχων αρθρογράφων, τον οποίων παρέδωσε στους μεγαλοεκδότες των Αθηνών, οι οποίοι πιστά και πατριωτικά τον ετήρησαν. Βάσει αυτού, οι οπαδοί του Νίκος Κρανιδιώτης και Λουκής Ακρίτας είχαν κάθε δικαίωμα να αρθρογραφούν στο Βήμα, στην Καθημερινή και στην Ελευθερία. Ο Κυρηνείας Κυπριανός και ο Πολύκαρπος Ιωαννίδης, όχι. Αυτό εστοίχισε ένα γερό ξύλο στον τελευταίο, ο οποίος –επίμονος και αμετάπειστος εκ γενετής αρθρογράφος– αρθρογράφησε σε μιαν εξίσου άξιαν ξυλοδαρμού εφημερίδα, την κυπριακών καταβολών Εστία.

Κατά τον Πολύκαρπο, ο οποίος τελείωνε το άξιον ξυλοδαρμού του άρθρον του με τη φράση «ατυχώς εκλείσθη πλέον η πύλη του εις Σεϋχέλλας Παραδείσου», η δήλωση του Μακαρίου προς τον Χάρντινγκ, στις 4 Οκτωβρίου 1955, ότι δέχεται αντί της Ενώσεως, σύνταγμα αποικιακής αυτοκυβερνήσεως, έδωσε την ευκαιρία στους κομμουνιστές της Κύπρου, οι οποίοι είχαν χάσει πολύ από τη δημοτικότητά τους, όταν καταδίκασαν με βρισιές την έναρξη του ένοπλου Αγώνα, διευκολύνοντας έτσι τους Άγγλους, να παρουσιάζονται τώρα με την αρθρογραφία τους, ως επικριτές κάθε διάθεσης συμβιβασμού και ως κήρυκες ενός αδιάλλακτου, υπέρ αυτοδιαθέσεως αγώνα, με… ειρηνικά, όμως, μέσα! Οπότε, στις 14 Δεκεμβρίου του 1955, ο Χάρντινγκ συνέλαβε 135 δημοσιογράφους [μόνο στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς –υπήρχαν επίσης εκείνα της Πύλας και του Πολεμίου και άλλα 6 μικρότερα– κρατήθηκαν χωρίς δίκη, κάτω από πολύ κακές συνθήκες, περισσότεροι από 3.000 Κύπριοι ύποπτοι «ενωτικοί»] και στελέχη του Ανορθωτικού Κόμματος Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ-κομμουνιστικό κόμμα Κύπρου), τους έκλεισε στα κρατητήρια, όπως λέγονταν τότε τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, και κατέσχε τα μέσα έκδοσης του εκφραστικού τους οργάνου, αφού τώρα «επιζητούσαν να εξάψουν την κοινή γνώμη της Κύπρου» και να αναγκάσουν τον Μακάριο να εγκαταλείψει τη μετριοπάθεια που επεδείκνυε. Η ερμηνεία που έδωσε ο Διγενής ήταν ότι οι Άγγλοι, σε κάποιου είδους συμπαιγνία με τους κομμουνιστές, ήθελαν να δημιουργήσουν έναν αντιπερισπασμό στην αγωνιστική αποκλειστικότητα της ΕΟΚΑ, με φυλακισμένους αριστερούς «ήρωες».

[…]

Όταν ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος μαζί με τον υπουργό Άμυνας και τον υπουργό Εξωτερικών της χώρας συμφωνούν ότι Ελλάδα και Κύπρος θα πρέπει ταυτόχρονα να κηρύξουν την ένωσή τους, όταν καλούν τον βασιλιά να διακόψει τη θερινή του ανάπαυση στην Κέρκυρα και να έρθει επειγόντως στην Αθήνα κι εκείνος έρχεται αμέσως και συμφωνεί μαζί τους, όταν ο αρχηγός της αντιπολίτευσης επίσης συμφωνεί απόλυτα με την απόφαση, όταν εκτός των τοπικών, κυπριακών στρατιωτικών δυνάμεων, υπάρχει πλήρως ανεπτυγμένη μια ελληνική μεραρχία με δύναμη πυρός Σώματος Στρατού, όλοι υπό τις διαταγές του ιδίου του Διγενή, του αρχηγού του απελευθερωτικού-ενωτικού αγώνα, με όλα τα σημεία πιθανής τουρκικής αποβατικής ενέργειας οχυρωμένα, όταν αποφασίζεται και η αποστολή στην Κύπρο, το ίδιο βράδυ της ανακήρυξης, επιπρόσθετων δυνάμεων πυροβολικού και αρμάτων (αχρείαστων στην πραγματικότητα), όταν το ίδιο το ΝΑΤΟ έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως η λογικότερη, η πιο συμφέρουσα για τη Συμμαχία, η φυσική και η πιο επείγουσα λύση για την Κύπρο είναι η Ένωσή της με την Ελλάδα, τότε αν είσαι Εθνάρχης και Αρχιεπίσκοπος και Πρόεδρος της δήθεν ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, που έχει ήδη εκχωρήσει υπέρογκα δικαιώματα σε μια θλιβερή μειοψηφία, που έχει ήδη απεμπολήσει δι’ υπογραφής το δικαίωμα της Ένωσης, τότε σου φράσσεται ο λάρυγγας από ιερή συγκίνηση, σου λύνονται τα γόνατα μπροστά στο γεγονός της επικείμενης εκπλήρωσης προαιωνίων πόθων της πατρίδας, και τα τρεμάμενα γόνατά σου λυγίζουν μπροστά στον άγγελο που σου φέρνει το μήνυμα, για ν’ αναπέμψεις δόξαν και ευχαριστίαν τω Κύριω, που σε αξίωσε να δεις επιτέλους τη μέρα της πραγματοποίησης των ονείρων του λαού σου, της εκπλήρωσης των τόσων όρκων σου, τη μέρα που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από εκείνη που τα μισοτηγανισμένα ψάρια θα πηδήσουν ολοζώντανα πίσω στο νερό.

Παραιτείσαι, ακόμα, αυτοστιγμεί και επιτόπου, από κάθε εξουσία και δύναμη, έμπλεος χαράς, δέους και αγαλλίασης, αφήνοντας ελεύθερη και ανεμπόδιστη τη μητέρα πατρίδα, ν’ αναλάβει την πλήρη ευθύνη και να μετατρέψει, το ταχύτερο, την απόφαση σε γεγονός.

Αντ’ αυτού, ο Χριστοδούλου έμεινε σκεφτικός. Έπρεπε να κερδίσει χρόνο. Μετά το τηλεφώνημα του Σπυρίδωνα, πήρε κατ’ ευθείαν τον Ανδρέα, να πάει να δει τον πατέρα του, να τον ψαρέψει και να μάθει περί τίνος ακριβώς επρόκειτο και να του δώσει να καταλάβει πως είχαν αλλάξει στο μεταξύ τα πράγματα στην Κύπρο, ιδιαίτερα τα αισθήματα του λαού είχαν αλλάξει, α βέβαια, του λαού, του κυρίαρχου λαού ιδίως, και να του τηλεφωνήσει.

-Καλά, είπε στον υπουργό που έφερε το μήνυμα και καθόταν τώρα εκεί, μπροστά του, και η ιστορία με το διαμέρισμα, δηλαδή όλη τη χερσόνησο της Καρπασίας, που θα δώσει η Ελλάς για να πάρει την υπόλοιπη πολυκατοικία; Η βάση που θέλουν οι Τούρκοι, τα δικαιώματα, τα ανταλλάγματα που ζητούν;

-Αυτά, Μακαριότατε, έχουν απορριφθεί, μετά από σας και εμάς• είναι πίσω μας. Δεν μας απασχολούν τώρα, δεν απασχολούν κανέναν τώρα οι απαιτήσεις των Τούρκων. Όλοι και κυρίως οι Αμερικανοί, δηλαδή οι μόνοι που έχουν σημασία, θέτουν ως προτεραιότητα την Ένωση. Θα πρέπει να σας πω ότι η απόφασή σας, την οποία η Ελλάς εστήριξε, να ζητήσετε σοβιετική βοήθεια για ν’ αντιμετωπισθούν οι τουρκικές απειλές, όπως και από την Αίγυπτο, υπήρξε βοηθητική στο να πεισθεί ο δυτικός παράγοντας ότι η λύση που επιβάλλεται για την Κύπρο είναι η Ένωσή της με την Ελλάδα. Ξέρετε πολύ καλά ότι κι εμείς οι ίδιοι παίξαμε μ’ αυτόν τον φόβο της Δύσης και επιτούτου μάλιστα υπερβάλαμε κάπως αυτόν τον κίνδυνο μετατροπής της Κύπρου σε «Κούβα της Μεσογείου», ώστε να επείγεται τώρα η Αμερική να κάμωμεν την Ένωση το ταχύτερον δυνατόν, ώστε να διασφαλιστεί η παραμονή της Κύπρου στη δυτική συμμαχία και να εκλείψει κάθε κίνδυνος σοβιετικής διείσδυσης.

Προσέξτε, τώρα. Υπάρχει πρώτα η επιστολή του Προέδρου Τζόνσον των ΗΠΑ, από τις 5 Ιουνίου, προς τον πρωθυπουργό της Τουρκίας, με την οποία τον προειδοποιεί ότι η Αμερική δεν συμφωνεί με οιεσδήποτε περί επεμβάσεως στην Κύπρο σκέψεις που κάμνει η χώρα του• δεν συμφωνεί με κανενός είδους ενδονατοϊκό πόλεμο, που θα ήταν αναπόφευκτος με την παρουσία της δικής μας μεραρχίας εδώ και που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβιετική επέμβαση με απρόβλεπτες συνέπειες για όλο τον δυτικό κόσμο, και του θυμίζει κιόλας ότι χρειάζεται να έχει τη συγκατάθεση της Αμερικής για να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική βοήθεια που παίρνει η Τουρκία, για οποιουσδήποτε άλλους σκοπούς εκτός από εκείνους για τους οποίους χορηγήθηκε, και του ξεκαθαρίζει επίσης, πως ειδικά αυτό το υλικό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επέμβαση με διχοτομικές προθέσεις στην Κύπρο. Στο μεταξύ έχουν ήδη αφήσει, τάχα εν αγνοία τους, για να μην προκληθεί η Τουρκία, να πραγματοποιηθεί η άφιξη της δικής μας μεραρχίας εδώ και ουσιαστικά να έχει επιτευχθεί η de facto «κατάληψη» της Κύπρου από την Ελλάδα. Γνωρίζετε ότι η μεραρχία αυτή δεν είναι εξοπλισμένη με αμερικανικά όπλα, αλλά με αγγλικά, κατάλοιπα από τον εμφύλιο πόλεμο. Άρα δεν μπορεί να επικαλεσθεί η Τουρκία, στο σημείο αυτό, μεροληψία σε βάρος της.

Είναι, Μακαριότατε γεγονός: η αρχική σκέψη των Αμερικανών ήταν –και εξακολουθεί να είναι– η πλήρης Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με κάποια βέβαια ανταλλάγματα για την Τουρκία. Σ’ αυτά όμως, χάρη μάλιστα και στη δική σας σθεναρή αντίσταση, δεν τα βρήκαμε. Γι’ αυτό ακριβώς έρχεται τώρα, σήμερα, ο ίδιος ο Άτσεσον –αφού κίνδυνος για μια Κούβα στη Μεσόγειο εντείνεται– και μας λέει, μπορείτε τώρα να κηρύξετε την Ένωση με έναν μόνον όρο: να υποσχεθείτε ότι θα συζητήσετε με την Τουρκία για ανταλλάγματα μετά. Να συζητήσουμε λέει, μετά. Να διαπραγματευτούμε μετά που θα έχουμε στο χέρι το ζητούμενο της διαπραγμάτευσης. Βλέπετε, βέβαια, πόσο μεγάλη σημασία έχει αυτό για τη δική μας υπόθεση, τι πραγματικά σημαίνει αυτό.

[…]

Δεν υπάρχει ιδανικότερη στιγμή από αυτή, Μακαριότατε, συνέχισε με νέο κουράγιο ο υπουργός. Κι αν ακόμα δεν το είχατε σχεδιάσει, με την φιλοσοβιετική πολιτική σας αναστατώσατε τόσο πολύ τη Δύση, ώστε αυτή τη στιγμή η Ένωση είναι λιγότερο κι από μιαν ανάσα μακριά. Σκεφτείτε μόνο σε πόσο πλεονεκτική θέση θα είμαστε, μετά την ανακήρυξή της για να συζητάμε με την Τουρκία. Όταν μάλιστα εσείς, ο «αίτιος» του κομμουνιστικού κινδύνου στην περιοχή, θα είστε απλώς ο Αρχιεπίσκοπος, ένας θρησκευτικός μόνο ηγέτης, χωρίς πλέον δυνατότητες πολιτικών αποφάσεων κι όταν θα έχει επιβεβαιωθεί η νατοϊκή ασφάλεια, η δυτική κυριαρχία και η ειρήνη στην περιοχή, με πρώτο παράγοντα την ενιαία παρουσία της Ελλάδος, από δω και διαμέσου όλης της Μεσογείου ως το Αιγαίο και την Αθήνα. Οι συνομιλίες για παραχωρήσεις και ανταλλάγματα στην Τουρκία θα μπορούσαν να πάρουν χρόνια, δεκαετίες. Κι εμείς φυσικά θα επιμένουμε ότι παρέχουμε μόνο εγγυήσεις, τίποτε περισσότερο, κι ότι δεν τίθεται πλέον κανένα θέμα ασφάλειας για την Τουρκία ή για το ΝΑΤΟ, αφού όλοι ανήκουμε στην ίδια συμμαχία και κανείς δεν κινδυνεύει από κανέναν.


[…]

-Καταρχήν είμαι σύμφωνος, είπε ο Χριστοδούλου, χωρίς ν’ αφήσει κανένα ίχνος θετικού ή αρνητικού συναισθήματος να περάσει στην έκφραση του προσώπου του και να φανερώσει τι ακριβώς σκεφτόταν. Μόνο στο σημείο που είχε πει ο υπουργός «θα είστε απλώς ο Αρχιεπίσκοπος, ένας θρησκευτικός ηγέτης χωρίς δυνατότητες πολιτικών αποφάσεων», είχε προσέξει μια βαριά σκιά να εξαφανίζει σχεδόν εντελώς τα μάτια του Αρχιεπισκόπου, για κάμποσα μάλιστα δευτερόλεπτα. Τώρα είχε επανεύρει τον εαυτό του και σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτε, σαν να επρόκειτο για ερώτηση δευτερεύουσας σημασίας, σε μια ρουτινιάρικη υπόθεση, παρόμοια με χίλιες άλλες που είδε στη ζωή του, «πέστε μου όμως», είπε, «τι θα γίνει με τις βάσεις των Άγγλων;».

Ο υπουργός έμεινε αποσβολωμένος.

[…]

Στο δρόμο για την πρεσβεία, απ’ όπου θα τραβούσε κατευθείαν για το αεροδρόμιο, ο υπουργός Άμυνας της Ελλάδας, της πατρίδας που για χάρη της Ένωσης μαζί της χύθηκε τόσο αίμα, μετά από αιώνες δουλείας και μαρτυρίων, διερωτήθηκε πώς ο «είμαι και κληρικός» είχε διατάξει μόλις δυο βδομάδες νωρίτερα τη πολύνεκρη μάχη της Μανσούρας και 4 μήνες προηγουμένως την επίθεση κατά του Αγίου Ιλαρίωνα, χωρίς καμία προσυνεννόηση με την Ελλάδα, μέρες μόνο μετά τη συμφωνία πλήρους συνεργασίας με τον πρωθυπουργό της Ελλάδος, ο οποίος, απογοητευμένος, μονολογούσε δημοσίως «άλλα συμφωνούμε, Μακαριότατε, και άλλα πράττετε».

Στην πρεσβεία του είπαν ότι η γραμμή με την Αθήνα ήταν ανοικτή. Ο πρωθυπουργός, χωρίς περιστροφές, τον πληροφόρησε ότι το σχέδιο της ανακήρυξης της Ένωσης αναβάλλεται επ’ αόριστον. Ο Ανδρέας είχε επιτύχει στην αποστολή του. Έπεισε τον πατέρα του πως αν ήταν κάτι που δεν ήθελαν οι κρατούντες στην Κύπρο, από τον Φιλελεύθερο της δεξιάς πλουτοκρατίας μέχρι την Χαραυγή της αριστερής λαοκρατίας, ήταν η Ένωση με μια πτωχότερη από την Κύπρο, νατοϊκή, μάλιστα, Ελλάδα. Προτιμούσαν τη συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση που θα τους βοηθούσε να επιτύχουν… αληθινή Ανεξαρτησία και από εκεί Αυτοδιάθεση! Τότε θα αποφάσιζαν αν ήθελαν ή όχι την Ένωση! Στη μέση, οι «αμετανόητοι» ενωτικοί, όσοι κι αν ήταν, δεν λογαριάζονταν, βεβαίως, για τίποτε. Μισό συλλαλητήριο να συγκαλούσε ο εκ Παναγιάς Χριστοδούλου, ο «μεγαλύτερος γιος που γέννησε ποτέ η Κύπρος»*, σε μιαν οποιαδήποτε 13η μέρα οποιουδήποτε μηνός, μπορούσε να επιτύχει μέχρι και ρίξιμο στη θάλασσα της Μεραρχίας σε χρόνο μηδέν. Τι θα έκαμνε τότε ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, ο Γέρος της Δημοκρατίας, ο Γεώργιος Παπανδρέου; Πραξικόπημα;

 

 

Δέκα χιλιάδες μέλισσες

Ένα καταπληκτικό βιβλίο του Άντη Ροδίτη το οποίο για του λόγου του αληθές συνοδεύεται από θαμμένα έγγραφα-ντοκουμέντα της εποχής και ιστορικές φωτογραφίες.

*σύνθημα που καθιέρωσε ο Πάτροκλος Σταύρου, υφυπουργός παρά τω Προέδρω του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και επομένως Προέδρων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Χρησιμοποιήθηκε κατ’ επανάληψη από την εφημερίδα Κήρυκας, ιδιοκτησίας Τάσσου Παπαδόπουλου

 

Η ομιλία στον ΟΗΕ (κείμενο και ήχος στα αγγλικά)

 

 

 

Advertisements

2 responses to “Ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα

  1. Παράθεμα: Ένα αναμενόμενο μέλλον | ATLAS WILL SHRUG

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s