Ο Μότσαρτ του 19ου αιώνα

«Τα μουσικά ταλέντα ίσως και να μην είναι τόσο σπάνια στην εποχή μας. Αλλά αυτό που κάνει αυτός ο νεαρός αγγίζει τα όρια του θαύματος και δεν πίστευα ότι είναι εφικτό για την ηλικία του. Είναι ο Μότσαρτ της εποχής μας. Όπως και ο Αμαντέους, κάνει τους ενήλικες να μοιάζουν μπροστά του με χαζοχαρούμενα παιδάκια».
~ Γκαίτε



Ο Γιάκοπ Λούντβιχ Φέλιξ Μέντελσον Μπαρτόλντι γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1809 στο Αμβούργο. Καταγόταν από πλούσια εβραϊκή οικογένεια που αγαπούσε ιδιαίτερα τις Τέχνες και τα γράμματα. Αν και οι δικοί του μεγάλωσαν τον ίδιο και τα αδέρφια του μακριά από την θρησκεία, ασπάστηκαν το Λουθηρανισμό κυρίως για να αποφύγουν το έντονο αντισημιτικό πνεύμα της εποχής.

Ο πατέρας του Αβραάμ ήταν τραπεζίτης και ο παππούς του Μωυσής Μέντελσον διακεκριμένος φιλόσοφος. Ο Φελίξ ήταν το δεύτερο παιδί ανάμεσα στα τέσσερα και είχε ένα ιδιαίτερο δέσιμο με την μεγαλύτερη αδελφή του Φάνυ η οποία επίσης ήταν μουσικό ταλέντο. Για την ακρίβεια, οι γονείς τους περίμεναν ότι η Φάνυ θα ήταν εκείνη που θα γινόταν διάσημη, αν η οικογένεια δεν ήταν συντηρητική ως προς το να ακολουθούν κορίτσια αυτή την καριέρα. Η Φάνυ παρέμεινε δραστήρια μουσικά αλλά μη-επαγγελματίας με την ακρίβεια του όρου. (έξι από τις δημιουργίες της δημοσιεύθηκαν αργότερα με την υπογραφή του Φέλιξ)

Τα παιδιά βαφτίστηκαν Λουθηρανοί το 1816 μετά την αποκήρυξη του πατέρα τους της Ιουδαϊκής θρησκείας οπότε και ο Φέλιξ απέκτησε τα δύο επιπρόσθετα ονόματά του «Γιάκομπ Λούντβιχ». Το επίθετο Μπαρτόλντι, το οποίο ούτε ο Φέλιξ ούτε και η Φάνυ αγάπησαν ποτέ ιδιαίτερα, το χρωστάνε στον θείο τους, τον αδελφό της μητέρας τους Λίας, Γιάκομπ Σάλομον Μπαρτόλντι ο οποίος και κληροδότησε στην οικογένεια μια σημαντική κληρονομιά.

Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του συνθέτη, πιανίστα, οργανίστα, και διευθυντή ορχήστρας της πρώιμης Ρομαντικής περιόδου, έγινε σε ηλικία 9 ετών το 1818 στο Βερολίνο, όπου η οικογένεια είχε μετακομίσει ήδη στα κρυφά από το 1811 φοβούμενη γαλλικά αντίποινα καθώς η τράπεζα Μέντελσον είχε κατηγορηθεί ότι δουλεύει για τους Βρετανούς σαμπτάροντας πρακτικά το Ναπολεόντιο Ηπειρωτικό Σύστημα.

Μεταξύ 12 και 14 ετών ο μικρός Μέντελσον είχε ήδη γράψει 12 συμφωνίες για έγχοδρα, έργα που έμειναν στην αφάνεια για πάνω από ένα αιώνα. Στα 13 του έγραψε ένα κουρτέτο για πιάνο και στα 15 του την πρώτη του συμφωνία για πλήρη ορχήστρα. Στην ηλικία των 16 έγραψε το «Οκτέτο για έγχορδα» το οποίο απέδειξε περίτρανα όλη τη δύναμη της ευφυΐας του ενώ ένα χρόνο αργότερα συνέθεσε την εισαγωγή στο «Όνειρο Θερινής Νυκτός». Αργότερα έγραψε μουσική και για άλλα θεατρικά συμπεριλαμβανομένου και του διάσημου «Γαμήλιου Εμβατηρίου» που συνέθεσε το 1842.

Εκτός από την μουσική η εκπαίδευσή του «αγκάλιασε» ευρύτερα τον κόσμο των Γραμμάτων και των Τεχνών καθώς μεταξύ άλλων σπούδασε και λογοτεχνία, γλώσσες και φιλοσοφία ενώ ο ίδιος ήταν και άριστος χειριστής του μολυβιού με το οποίο δημιούργησε εξέχουσες υδατογραφίες.


Το 1821 γνώρισε τον 72χρονο τότε Γκαίτε και το 1829 ο Φέλιξ με έκπληξη διαπίστωσε πως «χρειάστηκε ένας ηθοποιός και ένας γιος εβραίου για να αναβιώσει η σπουδαιότερη χριστιανική μουσική του κόσμου!». Μόλις είχε διευθύνει την πρώτη μετά τον θάνατο του Μπαχ (1750) εκτέλεση του «Τα κατά Ματθαίον Πάθη». Λέγεται μάλιστα πως εκείνη τη βραδιά είχε πάρει στο αναλόγιό του λάθος παρτιτούρες. Ψύχραιμος όμως, χωρίς να αφήσει κανέναν από τους μουσικούς του να αντιληφθεί το παραμικρό, ολοκλήρωσε την δουλειά του έχοντας όλα όσα χρειαζόταν στη μνήμη του.

Ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Μ. Βρετανία το 1829 όπου και διεύθυνε ενώπιον της Βασίλισσας Βικτώριας και του συζύγου της την «Συμφωνία σε Ντο Ελάσσονα». Το ίδιο έτος το καλοκαίρι επισκέφθηκε την Σκωτία όπου και εμπνεύστηκε την «Σκωτική», μία από τις καλύτερες συμφωνίες που έχουν ποτέ γραφτεί («Συμφωνία αρ. 3»), καθώς και την «Εισαγωγή: Εβρίδες».

Τα επόμενα τρία χρόνια ταξιδεύει στην Αυστρία, την Ιταλία, την Ελβετία και πίσω στο Λονδίνο όπου συνέθεσε και παρουσίασε την «Συμφωνία αρ. 4», γνωστή επίσης και ως «Ιταλική».

Το 1833 έγινε αρχιμουσικός στο Ντίσελντορφ αν και ένα χρόνο νωρίτερα είχε χάσει την ίδια θέση για την Ακαδημία του Βερολίνου πιθανότητα λόγω της εβραϊκής του καταγωγής, ενώ το 1835 θεμελίωσε το ωδείο της Λειψίας που έγινε κέντρο της γερμανικής μουσικής.
Στη Λειψία ανέδειξε εκ νέου το μεγαλείο του Μπαχ και γνωρίστηκε προσωπικά με τους Σοπέν, Λιστ και Σούμαν τους οποίους εκτίμησε βαθύτητα.

Το 1834 αγανακτισμένος παραιτήθηκε από την θέση στο Ντίσελντορφ καθώς η όπερα «Δον Τζιοβάννι» του Μότσαρτ που διεύθυνε έμεινε στην ιστορία περισσότερο για τις διαμαρτυρίες του κοινού για το υψηλό κόστος των εισιτηρίων παρά για το περιεχόμενό της. Ο ίδιος ενδιαφερόταν προσωπικά για την αμοιβή των μουσικών του θεωρώντας πως θα έπρεπε να αντανακλάει το μέγεθος της προσφοράς τους.

Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, πραγματοποιήθηκε η πρεμιέρα του «Αγίου Παύλου», ένα ορατόριο το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε στο κοινό το 1836 και το οποίο σφράγισε μια για πάντα το μέγεθος της ευρωπαϊκής του φήμης και έκανε ακόμα και τους πλέον απαιτητικούς να αναγνωρίσουν το ολοκληρωμένο του ταλέντο.

Όταν ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ’ ανήλθε στον θρόνο της Πρωσίας το 1840 θέλησε να καταστήσει το Βερολίνο σημαντική πύλη πολιτισμού αποδίδοντας στον Φέλιξ Μέντελσον την ευθύνη της επίτευξης αυτού του στόχου. Ο ίδιος ήταν απρόθυμος να αναλάβει αυτό το εγχείρημα, ωστόσο αφιέρωσε αρκετό χρόνο στην πόλη γράφοντας θρησκευτική μουσική για την οποία μάλιστα σπούδασε και θεολογία προκειμένου να την «ζήσει» ακόμα πιο έντονα. Κατόπιν αιτήματος από τον ίδιο τον βασιλιά, έγραψε ακόμη μουσική για την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (1841), τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» (1845), και το «Όνειρο Θερινής Νυκτός» του Σαίξπηρ (1843).

Επέστρεψε στη Λειψία, αποκαμωμένος ψυχικά και σωματικά από τον θάνατο της αγαπημένης του αδερφής Φάνυ η οποία εγκατέλειψε τα εγκόσμια στις 14 Μαΐου 1847. Την ακολούθησε έξι μήνες αργότερα, στις 4 Νοεμβρίου σε ηλικία 38 ετών.
Η σορός του μεταφέρθηκε με ειδικό τρένο στο Βερολίνο, όπου και ετάφη.



Γυναίκα του υπήρξε η Σεσίλ Ζαν Ρενό η οποία τον παντρεύτηκε στα 16 της στις 28 Μαρτίου 1837 αποκτώντας μαζί πέντε παιδιά. Ιδιαίτερη σχέση όμως αγάπης και αμοιβαίου σεβασμού φαίνεται πως είχε και με το «αηδόνι της Σουηδίας», την τραγουδίστρια της όπερας Τζένη Λιντ. Η ίδια έγραψε για τον θάνατό του: «Ήταν ο μόνος άνθρωπος που έφερε την ολοκλήρωση στο πνεύμα μου, και τον έχασα πάλι πάνω που τον είχα μόλις ξαναβρεί». Στη μνήμη του έχτισε το 1846 το Ίδρυμα Υποτροφιών Μέντελσον το οποίο βραβεύει κάθε δύο χρόνια έναν νεαρό Βρετανό συνθέτη.



Η Λιντ το 1869, από κοινού με τον σύζυγό της Γκόλντσμιντ τον οποίο είχε παντρευτεί το 1852, τοποθέτησε αναμνηστική πλάκα στη γενέτειρά του το Αμβούργο, στο σημείο όπου 40 χρόνια αργότερα ανεγέρθη το μνημείο του Μέντελσον και που το 1936 με προσωπική εντολή του Χίτλερ, στα πλαίσια της «τελικής λύσης» του εβραϊκού ζητήματος κατεστράφη ολοσχερώς για να αποκατασταθεί εκ νέου το 2008.


 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.