Christoph von Dohnányi

Γεννήθηκε στο Βερολίνο, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1929. Πατέρας του ήταν ο δικαστικός Χανς φον Ντοχνάνι και μητέρα του η Χριστίνα Μπονχόεφερ. Ο θείος του από την πλευρά της μητέρας του ήταν Λουθηρανός πάστορας ενώ ο παππούς του διακεκριμένος πιανίστας και συνθέτης, ο ουγγρικής καταγωγής Έρνο φον Ντοχνάνι. Ο πατέρας του, ο θείος του και άλλα μέλη της οικογένειάς τους συμμετείχαν ενεργά στην αντίσταση κατά των Ναζί, οι οποίοι τελικά τους συνέλαβαν και κράτησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωση όπου και τελικά τους εκτέλεσαν το 1945, όταν ο νεαρός τότε Κριστόφ ήταν 15 ετών. Ο μεγαλύτερος αδερφός του Κλάους, είναι πολιτικός και πρώην δήμαρχος του Αμβούργου.

Μετά τον πόλεμο, ο Ντοχνάνι σπούδασε Νομικά στο Μόναχο, ωστόσο το 1948 μεταφέρθηκε στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής και Θεάτρου του Μονάχου για να σπουδάσει σύνθεση, πιάνο και διεύθυνση μουσικής. Κέρδισε το βραβείο Στράους από την πόλη του Μονάχου και στη συνέχεια μετακόμισε στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντας προκειμένου να σπουδάσει μαζί με τον παππού του.

Σαν διευθυντής της Όπερας της Φρανκφούρτης και μαζί με μια πολύ δημιουργική και αναγνωρισμένη ομάδα συνεργατών, η μουσική στην πόλη γνώρισε μεγαλειώδη άνθιση καθιερώνοντας το Regietheater («η όπερα του μαέστρου»), μια αντίληψη που φρόντισε να καλλιεργήσει και στο Αμβούργο.

Σημαντικό μέρος της φήμης του το χρωστάει και στην επί δύο δεκαετίες συνεργασία του με την Ορχήστρα του Κλίβελαντ. Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1981 και ο διορισμός του ως μουσικός διευθυντής ανακοινώθηκε την επόμενη χρονιά. Η ορχήστρα είχε σφυρηλατηθεί υπό τον Τζωρτζ Ζελλ, και αναμφίβολα ο νέος διευθυντής δεν θα μπορούσε παρά να βρίσκεται υπό την σκιά του επιβλητικού και αυστηρού προκατόχου του. Όμως το στυλ του νέου επικεφαλής ήταν παρόμοιο με εκείνο του απερχόμενου, και η Ορχήστρα θεωρούσε κάποιες φορές πως δικαιούται να αναγνωρίζεται ως μία από τις καλύτερες του κόσμου τόσο μέσα από τις περιοδείες της όσο και τις ηχογραφήσεις.

 

Από το 1998 μέχρι το 2000 ο Ντοχνάνι ήταν επίσης και Μουσικός Διευθυντής της Ορχήστρας του Παρισιού, ενώ το 1994 έγινε ο Κύριος Φιλοξενούμενος Μαέστρος της Φιλαρμονικής του Λονδίνου και το 1997 ο Κύριος Διευθυντής της. Τον Απρίλιο του 2007 υπήρξε ένας από τους 8 διευθυντές των βρετανικών ορχηστρών που επιδοκίμασε και στήριξε το μανιφέστο «Συνθέτοντας την τελειότητα: Ορχήστρες για τον 21ο αιώνα», το οποίο προωθούσε την παρουσία της κλασικής μουσικής στο Η.Β., διαδίδοντας πρωτοβουλίες όπως η ελεύθερη είσοδος για τους μαθητές σε συναυλίες κλασικής μουσικής.

Το 2004 επέστρεψε στο Αμβγούρο όπου και έγινε διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας Ραδιοφωνίας της Βόρειας Γερμανίας, μια θέση που θα κρατήσει μέχρι και την σεζόν 2011-2012 στο τέλος της οποίας θα την παραδώσει όπως έχει ήδη ανακοινωθεί στον Τόμας Χένγκελμπροκ.


Εδώ με την Φιλαρμονική της Βιέννης και στο πιάνο τον Rudolf Buchbinder, 28 Νοεμβρίου-2 Δεκεμβρίου 1977.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.