ΜΑΚΒΕΘ

 

Ο θαυμασμός του Βέρντι για τον Σαίξπηρ δημιούργησε ένα έργο που αντικατοπτρίζει με ευλάβεια και σεβασμό όλη την περιπλοκότητα του εσωτερικού δράματος που βιώνουν οι πρωταγωνιστές του Άγγλου ποιητή στη Σκωτία του 11ου αιώνα. Το στοιχείο της μοίρας ξεδιπλώνεται σαν ένας γυαλιστερός ιστός αράχνης μέσα στον οποίο παγιδεύονται τα πρόσωπα και τα πάθη τους.
Καθώς ο Μάκβεθ και η Λαίδη του βυθίζονται στην αυτοκαταστροφή τους, η σκηνική δημιουργία με όχημα τον αρχιτεκτονικό συμβολισμό και τις εσωτερικές αντιθέσεις αποτυπώνει τα πορτραίτα τους σε έναν καμβά βαθύτατα λυρικό και ψυχολογικό.

 

 

Η δίψα για εξουσία εγκλωβίζεται από την ίδια της τη μανία σε μια κλειστοφοβική αν και λαμπερή παγίδα που λειτουργεί ως αλληγορία και μεταφορά εκείνου του νου που απεγνωσμένα βλέπει τις πόρτες της συνείδησης να ανοίγουν και να κλείνουν, ανήμπορος όμως πάντα να προσπεράσει τις πιο σκοτεινές του γωνιές. Το βασιλικό δωμάτιο θυμίζει κελί φρενοκομείου όπου ο έγκλειστος μένει ολομόναχος μαζί με τον πανικό του και τους πιο τρομερούς φόβους του.

Ο χρόνος και η δράση κινούνται σε μία μόνο διάσταση: σε εκείνη του μυαλού. Ως εκ τούτου, η κοφτερή αυτή αντίθεση μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών χώρων αποκαλύπτεται σε μια διττή πραγματικότητα στην οποία τα πρόσωπα κινούνται υπό την επήρεια της εγωπάθειας και του πανικού. Από τη μια το βασιλικό ζεύγος ντυμένο μεγαλοπρεπώς να λάμπει, από την άλλη να καταλήγει σε ένα επιβλητικό χρυσό κλουβί, θέαμα για τους καλεσμένους τους σε μια απεγνωσμένη παντομίμα της εξουσίας και των συμβόλων της, σε ένα ατέλειωτο παιχνίδι φαντασμάτων∙ ζωντανοί κι όμως νεκροί, ταριχευμένοι μέσα στα επίχρυσα ρούχα τους, κι όμως γυμνοί στα προσωπικά κελιά της φρίκης.

 

 

Λέγεται πως ο Σαίξπηρ είχε χρησιμοποιήσει στο κείμενό του ξόρκια αληθινών μαγισσών, προκαλώντας μάλιστα την οργή τους σε σημείο που ατυχήματα να συνοδεύουν κάθε τόσο τους συντελεστές της παράστασης και μόνο αν ακολουθούσες μια συγκεκριμένη διαδικασία «ίασης» θα μπορούσες να απελευθερωθείς από τις κατάρες αυτών των γυναικών (όπως για παράδειγμα με το να κάνεις τρεις στροφές γύρω από τον εαυτό σου, φτύνοντας πίσω από τους ώμους σου ή να βγεις από το δωμάτιο, και να ξαναμπείς χτυπώντας πρώτα τρεις φορές το ξύλο της πόρτας, λέγοντας ένα στίχο από τον Άμλετ). Σύμφωνα με την παράδοση, οι μάγισσες λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο που πείραζε ο Διάβολος τα θύματά του: πρώτα τους βάζει την ιδέα στο μυαλό, και έπειτα είναι στην ιδιοσυγκρασία του καθενός το μέλλον αυτής της σκέψης. Ο Μάκβεθ υπέκυψε στη γοητεία της, ο Μπάνκο όχι.

 

Οι μάγισσες, τα οράματα, τα φαντάσματα και το δάσος που κινείται και μόνο μέσω του οποίου θα έρθει η αποκατάσταση της τάξεως στο βασίλειο της χώρας είναι η μαγιά που ντύνει το έργο του ποιητή και που έχει την τιμητική της καθ’ όλη τη διάρκεια της όπερας. Είναι οι προβολές του ασυνείδητου σε έναν ψυχικό κόσμο διαταραγμένο από την λαγνεία για δύναμη. Είναι και η ενσάρκωση της Νεμέσεως που εκ φύσεως στο τέλος λυτρώνει θεούς και δαίμονες στο κοσμικό δικαστήριο του χρόνου το πλήρωμα του οποίου υπηρετούν άπαντες.

 

 

 

Όπερα σε IV πράξεις

Μουσική: Guiseppe Verdi

Λιμπρέτο: Francesco Maria Piave

από το έργο του William Shakespeare

 

Πρώτη παράσταση: 14 Μαρτίου 1847, Teatro della Pergola (Φλωρεντία)

Αναθεωρημένη έκδοση (με περισσότερη μουσική, η έκδοση που συνήθως ανεβαίνει πλέον σήμερα): 21 Απριλίου 1865, Théâtre Lyrique, Παρίσι.

 

 

Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία του Gran Teatre del Liceu

Mάκβεθ: Carlos Alvarez

Μπάνκο: Roberto Scandiuzzi

Λαίδη Μάκβεθ: Maria Guleghina

Ακόλουθος Λαίδης (Ντάμα): Begona Alberdi

Μάκνταφ: Marco Berti

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.