ΟΥΩΛΝΤΕΝ

Θα ήταν ίσως καλά αν μπορούσαμε να περνούμε περισσότερες ώρες την ημέρα και τη νύχτα χωρίς κανένα εμπόδιο ανάμεσα στο σώμα μας και στα ουράνια σώματα, αν ο ποιητής δε μας μιλούσε τόσο συχνά κάτω από στέγη και αν ο άγιος δεν είχε κι αυτός το σπίτι του.

Τα πουλιά δεν τραγουδούνε στις σπηλιές, ούτε τα περιστέρια βρίσκουνε την αθωότητά τους στους περιστερεώνες.

 

 

Όμως αν κανείς αποφασίσει να φτιάξει σπίτι για να μείνει πρέπει να χρησιμοποιήσει και λίγο αμερικάνικο κοινό νου, μην τύχει και βρεθεί ξαφνικά σ’ ένα γηροκομείο, σ’ ένα λαβύρινθο, σ’ ένα μουσείο, σε μια φυλακή, ή σ’ ένα λαμπρό μαυσωλείο. Πρέπει πρώτα να σκεφτεί κανείς πιο είναι το απλούστερο είδος σπιτιού, το πιο απαραίτητο.

 

Έχω δει Ινδιάνους, σ’ αυτήν εδώ την πόλη, να ζούνε σε σκηνές από ύφασμα, ενώ το χιόνι γύρω τους φτάνει σε ύψος τριάντα το λιγότερο εκατοστά, και σκέφτηκα πως θα ήταν ευχαριστημένοι αν το χιόνι ήταν ακόμα πιο ψηλά, για να μην μπαίνει αέρας μέσα. Άλλοτε, η σκέψη πώς να κερδίσω τίμια τη ζωή μου, αρκετά ελεύθερα έτσι που να μπορώ να κάνω και τα πράματα που ήθελα, με στενοχωρούσε πολύ περισσότερο από σήμερα, γιατί δυστυχώς έχω γίνει τώρα πολύ πιο χοντρόπετσος. Κάθε φορά λοιπόν που έβλεπα στο σιδηροδρομικό σταθμό ένα μεγάλο κιβώτιο όπου φύλαγαν οι εργάτες τα εργαλεία τους (κάπου δύο μέτρα μακρύ και ένα μέτρο ψηλό) σκεπτόμουνα πώς θα μπορούσα να βρω ένα τέτοιο κιβώτιο με ένα δολάριο. Όταν τα πράματα θα πήγαιναν πολύ άσχημα, θα μπορούσα να κάνω τρύπες για να αναπνέω και να χώνουμαι εκεί μέσα όταν έβρεχε, ή για να κοιμηθώ με την ψυχή μου ελεύθερη. Αυτό δεν μου φαινόταν η χειρότερη λύση. Θα μπορούσα να κοιμάμαι όσο αργά ήθελα και το πρωί να βγαίνω έξω χωρίς το φόβο πως κάποιος σπιτονοικοκύρης θα με κυνηγήσει για το νοίκι. Πολλοί άνθρωποι ζούνε σε αδιάκοπη αγωνία γιατί πληρώνουνε νοίκι σε ένα μεγαλύτερο και πολυτελέστερο κουτί απ’ αυτό που είδα, μα και δε θα πέθαιναν από κρύο στο δικό μου κουτί. Δεν αστειεύομαι καθόλου. Η οικονομία είναι ένα θέμα που δεν μπορεί κανείς να παίζει μαζί του.

 

 

Ένα άνετο σπίτι, για μια σκληραγωγημένη φυλή που ζει τον περισσότερο καιρό στο ύπαιθρο, γίνεται από υλικά που δίνει έτοιμα στα χέρια τους η Φύση. Ο Γκούκιν, που ήταν επιθεωρητής των Ινδιάνων υπηκόων στην αποικία της Μασσαχουσέτης, έγραφε το 1674: «Τα καλύτερα σπίτια τους είναι σκεπασμένα κανονικά, βολικά και ζεστά, με φλούδα από δέντρα, που τη βγάζουν από τους κορμούς την εποχή που ανεβαίνει ο χυμός. Την κατεργάζονται χτυπώντας την με βαριά ξύλα όταν είναι ακόμα πράσινη. Τα μέτρια σπίτια είναι σκεπασμένα από ψάθες που κάνουν από ένα είδος χόρτο και είναι αρκετά στεγνά και ζεστά μα όχι τόσο καλά όσο τα προηγούμενα. Έχω ιδεί μερικά, είκοσι ως τριάντα μέτρα μήκος και δέκα μέτρα πλάτος. Συχνά έμεινα στις καλύβες τους και τις βρήκα ζεστές όσο και τα καλύτερα εγγλέζικα σπίτια». Προσθέτει πως από μέσα είχανε τους τοίχους και το χώμα κάτω καλά σκεπασμένο με χαλιά και ψάθες, ωραία κεντημένα και είχανε και πολλά σκεύη. Οι Ινδιάνοι επίσης είχανε προχωρήσει έτσι που κανόνιζαν τον αερισμό μ’ ένα χαλί κρεμασμένο στην πόρτα, που το κουνούσαν μ’ ένα σκοινάκι. Μια τέτοια κατοικία δε χρειαζότανε περισσότερο από μια-δυο μέρες να γίνει, και μπορούσε να χαλαστεί σε λίγες ώρες. Και κάθε οικογένεια είχε μια τέτοια κατοικία δική της.

 

Σε ένα πρωτόγονο κράτος κάθε οικογένεια έχει και τη στέχη της, που της αρκεί για τις απαραίτητες ανάγκες. Μα, νομίζω, μιλώ λογικά όταν βεβαιώνω πως ενώ το κάθε πουλί έχει τη φωλιά του, η κάθε αλεπού το λαγούμι της και ο κάθε άγριος την καλύβα του, στη σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία ούτε οι μισές οικογένειες δεν έχουνε δικό τους σπίτι. Στις μεγάλες πόλεις μάλιστα όπου επικρατεί ο πολιτισμός ακόμη πιο χτυπητά, μόνο ένα μικρό μέρος από τους κατοίκους έχουνε δική τους στέγη. Οι υπόλοιποι πληρώνουν χρονιάτικο φόρο γι’ αυτό το εξωτερικό κάλυμμα, που έχει γίνει πια απαραίτητο χειμώνα-καλοκαίρι. Ο φόρος αυτός θα αρκούσε ν’ αγοράσει κανένας ένα ολόκληρο χωριό ινδιάνικες καλύβες. Μα τώρα μένουνε φτωχοί για όλη τους τη ζωή. Δε θέλω να επιμείνω εδώ για τα πλεονεκτήματα που έχουνε τα νοικιασμένα σπίτια σε σύγκριση με την ιδιοκτησία. Μα είναι φανερό πως ο άγριος έχει δική του στέγη γιατί του κοστίζει τόσο λίγο, ενώ ο πολιτισμένος άνθρωπος νοικιάζει σπίτι για να κατοικήσει γιατί δεν έχει χρήματα αρκετά να φτιάξει δικό του. Και σιγά-σιγά, ούτε να νοικιάσει σπίτι δεν του φτάνουνε τα χρήματα.

Μα με το χρονιάτικο αυτό φόρο, απαντούν, ο φτωχός πολιτισμένος άνθρπος ζει σε σπίτι που είναι παλάτι μπροστά στη καλύβα του άγριου. Ένα χρονιάτικο νοίκι εικοσιπέντε ως εκατό δολάρια του δίνει το δικαίωμα να χαίρεται τα αγαθά των αιώνων, μεγάλα δωμάτια με λαδομπογιά και ταπετσαρία, τζάκι τύπου Ράμφορντ, βενετσιάνικα παντζούρια, μεγάλο κελάρι, χάλκινες αντλίες, λουκέτο με σούστα, και πολλά άλλα πράματα. Πώς συμβαίνει όμως εκείνος που τα χαίρεται όλα αυτά τα πράματα να είναι συνήθως ένας «φτωχός» πολιτισμένος, ενώ ο άγριος που δεν τα έχει είναι πλούσιος σαν άγριος; Αν δεχτούμε πως ο πολιτισμός είναι αληθινή πρόοδος για τον άνθρωπο, και πιστεύω πως αυτό συμβαίνει, αν και μόνο οι σοφοί καλυτερεύουν τα πλεονεκτήματα που τους δίνει, τότε θα πρέπει να αποδείξουμε πως έφτιαξε καλύτερες κατοικίες χωρίς να τις έχει κάνει και ακριβότερες. Και το κόστος ενός πράγματος είναι η ποσόστητα αυτού που ονομάζω ζωή και που απαιτείται για αντάλλαγμα, είτε αμέσως είτε σιγά-σιγά. Ένα μέτριο σπίτι σ’ αυτή τη γειτονιά κοστίζει ίσως οχτακόσια δολάρια, και για να συγκεντρώσει αυτό το ποσόν ο γεωργός θα χρειαστεί οχτώ ως δεκαπέντε χρόνια της ζωής του, και αν ακόμα δεν έχει οικογενειακά βάρη –υπολογίζω τη χρηματική αξία της δουλειάς του ανθρώπου ένα δολάριο την ημέρα∙ μερικοί βέβαια κερδίζουνε περισσότερα, άλλοι όμως κερδίζουνε λιγότερα– και έτσι θα πρέπει να ξοδέψει περισσότερη από τη μισή του ζωή πριν να αποχτήσει στέγη. Αν πάλι υποθέσουμε πως πληρώνει νοίκι, η διαφορά δεν είναι δικό τους κέρδος. Έτσι όπως έχουνε τα πράγματα θα θεωρούσαμε τον άγριο σοφό, αν δεχόταν ν’ ανταλάξει την καλύβα του με παλάτι;

 

Φαίνεται απ’ αυτά που έγραψα ως εδώ πως το να έχει κανείς ιδιόκτητη στέγη το θεωρό πλεονέκτημα. Είναι ένα είδος απόθεμα για το άτομο, ιδιαίτερα για να πληρωθούν απ’ αυτό τα έξοδα της κηδείας του. Ίσως όμως δεν είναι ανάγκη να θάψει ο άνθρωπος τον εαυτό του. Βέβαια είναι σημαντική η διαφορά ανάμεσα στον πολιτισμένο και στον άγριο και, χωρίς αμφιβολία, θα έχουνε καλούς σκοπούς όταν οργανώνουν τη ζωή του πολιτισμένου έτσι που η ζωή του ατόμου να ξοδεύεται για να διατηρηθεί και να τελειοποιηθεί η ζωή της φυλής. Μα θέλω να δείξω με πόσες θυσίες το καταφέρνουμε αυτό σήμερα και να ιδούμε μαζί αν μπορούμε ίσως να ζήσουμε με όλα τα πλεονεκτήματα χωρίς να έχουμε κανένα από τα μειονεκτήματα.

Όταν κοιτάζω τους γείτονές μου, τους γεωργούς της Κόνκορντ, που είναι το λιγότερο τόσο εύποροι όσο και οι άλλες τάξεις, βλέπω πως οι περισσότεροι κουράζονται είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια, για να γίνουν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες στο αγρόκτημα, που συνήθως έχουν κληρονομήσει με υποθήκες ή έχουν αγοράσει με δανεικά, και μπορούμε να θεωρούμε πως το ένα τρίτο από τους κόπους τους κοστίζει το σπίτι, μα συχνά δεν το έχουν πληρώσει. Η αλήθεια είναι πως καμιά φορά, οι υποθήκες είναι πιο βαριές από την αξία του κτήματος, έτσι που το ίδιο το κτήμα γίνεται μεγάλο βάρος, μα και πάλι ο άνθρωπος το κρατάει γιατί το έχει, όπως λέει συνηθίσει. Όσους ρώτησα, δεν βρέθηκε κανείς να μπορεί να μου ονομάσει μια δωδεκάδα αγρότες που να έχουνε το κτήμα τους ολότελα ξεχρεωμένο. Αν θέλετε να μάθετε την ιστορία αυτών των αγροτικών κατοικιών, ρωτήστε την Τράπεζα που έχεις τις υποθήκες. Ο άνθρωπος που τις ξεπλήρωσε με τον κόπο του είναι κάτι τόσο σπάνιο, που όλοι οι γείτονες τον ξέρουνε και τον δείχνουν. Αμφιβάλλω αν υπάρχουνε τρεις τέτοιοι άνθρωποι σ’ όλη την Κόνκορντ. Αυτό που λένε για τους εμπόρους, πως δηλαδή ένα πολύ μεγάλο ποσοστό μέχρι ενενήντα εφτά στους εκατό, θα χρεωκοπήσουνε σίγουρα, ισχύει και για τους αγρότες. Οι έμποροι όμως λένε, πολύ σωστά πολλές φορές δε χρεωκοπούν οικονομικά, δεν μπορούν όμως να ξεπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, και αυτό το ηθικό μέρος είναι που τσακίζει. Έτσι όμως χειροτερεύει πολύ το ζήτημα. Φαίνεται δηλαδή πως ίσως ούτε οι άλλοι τρεις στους εκατό κατάφεραν να σώσουνε την ψυχή τους, παρά είναι ίσως χρεωκοπημένοι κι αυτοί από μια άλλη χειρότερο άποψη από εκείνους που χρεωκοπούν τίμια. Η χρεωκοποία και ο διωγμός είναι οι ελαστικές σανίδες απ’ όπου πηδάει και κάνει, όπως οι κολυμβητές τούμπες, ο πολιτισμός μας. Ο άγριος όμως στέκεται στη στέρεη σανίδα της πείνας. Κάθε χρόνο η γεωργική έκθεση του Μίντλεσεξ ανοίγει τις πόρτες της με λαμπρότητα, σαν όλα τα τμήματα που αποτελούν την αγροτική πραγματικότητα να είναι υγιέστατα.

Ο γεωργός προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα της ζωής με τρόπο πιο μπερδεμένο και από τα ίδια τα προβλήματα. Για να αγοράσει κορδόνια για τα παπούτσια του κάνει επιχειρήσεις με κοπάδι ολόκληρο από βόδια. Με μεγάλη τέχνη ετοίμασε την παγίδα που θα του εξασφαλίσει άνεση και ανεξαρτησία και, καθώς γύριζε να φύγει, το ίδιο του το πόδι πιάστηκε! Για αυτόν το λόγο είναι φτωχός. Και για παρόμοιους λόγους είμαστε όλοι φτωχοί, σε σύγκριση με την πολυτέλεια των αγρίων, όσο κι αν μας περιστοιχίζουν όλων των ειδών οι ανέσεις.

 

Όταν πια ο γεωργός αποχτήσει το σπίτι του, δεν πρόκειται να είναι ούτε πιο φτωχός, ούτε πιο πλούσιος. Θα είναι απλούστατα ο σκλάβος του σπιτιού του. Αυτή ήταν μια σοβαρή αντίρρηση, αν θυμάμαι καλά, που είχε ο Μώμος εναντίον του σπιτιού που κατασκεύασε μια φορά η Αθηνά: το ότι δεν το είχε κάνει κινητό, ώστε να αποφεύγει κανείς τις κακές γειτονιές! Και σήμερα ισχύει το ίδιο, γιατί ένα σπίτι είναι περίεργο πράμα. Συχνά δε στεγαζόμαστε μονάχα, παρά κλεινόμαστε μέσα του σαν να είμαστε φυλακισμένοι σ’ αυτό, και η κακή γειτονιά που θα έπρεπε να αποφεύγουμε είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Ξέρω τουλάχιστον μια ή δυο οικογένειες σ’ αυτή την πόλη που, χρόνια πολλά, θέλουν να πουλήσουνε τα σπίτια τους και να μετακομίσουνε σε χωριό, μα δεν τα καταφέρνουνε και μόνο ο θάνατος θα τους ελευθερώσει.

 

 

Παραδέχομαι πως οι «περισσότεροι» είναι σε θέση να έχουν ή να νοικιάσουνε ένα σύγρονο σπίτι με όλες του τις ανέσεις. Ενώ όμως ο πολιτισμός καλυτερεύει τα σπίτια, δεν καλυτερεύει δυστυχώς και τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Έχει δημιουργήσει παλάτια μα δε στάθηκε εύκολο να δημιουργήσει ευγενείς και βασιλιάδες. Και αν οι σκοποί και τα όνειρα του πολιτισμένου ανθρώπου δεν είναι ανώτερα από του αγρίου, αν χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του για να αποχτάει μόνο τα ολότελα αναγκαία και τις ανέσεις του, τότε γιατί να έχει καλύτερη κατοικία από την καλύβα του αγρίου;

Οι «άλλοι» όμως, πώς τα περνούν; Ίσως ένα μέρος είναι σε καλύτερη μοίρα από τον άγριο, ένα άλλο όμως μέρος έχει πέσει πολύ πιο χαμηλά. Η πολυτέλεια της μιας τάξης είναι όση και η φτώχεια της άλλης. Από τη μια μεριά το παλάτι και από την άλλη το φτωχοκομείο. Τα εκατομμύρια οι άνθρωποι που έχτιζαν τις πυραμίδες για να στεγάσουνε τα νεκρά κουφάρια των Φαραώ ζούσανε με σκόρδα και ίσως-ίσως δεν θάφτηκαν όταν πεθάνανε. Ο χτίστης που τελειώνει τη βεράντα του παλατιού, γυρίζει το βράδυ σε μια καλύβα χειρότερη από τις καλύβες των Ινδιάνων. Είναι σφάλμα να υποθέσουμε πως σε μια χώρα όπου υπάρχουνε τα συνηθισμένα σημάδια πολιτισμού, οι περισσότεροι από τους κατοίκους δεν είναι σε χειρότερη μοίρα από τους άγριους. Και μιλώ για τους εξαθλιωμένους φτωχούς και όχι για τους εκφυλισμένους πλούσιους αυτή τη στιγμή. Για να φέρω παράδειγμα, δεν είναι ανάγκη να γυρίσω και να κοιτάξω πιο μακριά από τις καλύβες που είναι κοντά στους σιδηροδρόμους, κοντά στο τελευταίο θαύμα του πολιτισμού μας. Εκεί βλέπω, όταν πηγαίνω περίπατο, τους συνανθρώπους μου να ζούνε σαν τα γούρουνια και να περνούν όλο το χειμώνα με ανοιχτή πόρτα για να μπαίνει μέσα λίγο φως και άδικα θα ψάξεις να ιδείς καμιά στοίβα ξύλα είτε έξω είτε κρυμμένη παρά μέσα. Τα σώματα νέων και γέρων είναι διπλωμένα από τη συνήθεια να ζαρώνουν από το κρύο και τη μιζέρια τους, και έτσι εμποδίζεται η σωστή ανάπτυξη των μελών τους. Είναι δίκαιο να προσέχει κανείς την τάξη αυτή που δουλεύει και φτιάνει τα έργα που δοξάζουνε τη γενιά μας. Αυτή η ίδια κατάσταση είναι και στην Αγγλία. Θα μπορούσα να σας μεταφέρω και στην Ιρλανδία, που σημειώνεται στο χάρτη σαν ένα από τα πολιτισμένα μέρη του πλανήτη μας. Συγκρίνετε την κατάσταση των Ιρλανδών με την κατάσταση του ινδιάνου της Βόρειας Αμερικής ή με την κατάσταση του άγριου κατοίκου των νησιών στη Νότια Θάλασσα, ή με την κατάσταση οποιασδήποτε άλλης άγριας φυλής, πριν να μολυνθεί από την επαφή της με τον πολιτισμένο άνθρωπο. Κι όμως είμαι βέβαιος πως οι αρχηγοί τους δεν είναι πολύ διαφορετικοί από τους δικούς μας κυβερνήτες. Η κατάσταση των ιρλανδών δείχνει μονάχα πόσο φοβερό είναι το να εξαθλιώνονται άνθρωποι μέσα στον πολιτισμό. Και δε μιλώ αυτή τη στιγμή για το γεωργό στις Νότιες Πολιτείες, που παράγει τα βασικά προϊόντα αυτής της χώρας. Περιορίζομαι μόνο σ’ αυτούς που ζούνε μια μέτρια, όπως λέμε, ζωή.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάθισαν ποτέ να σκεφτούν τι σημαίνει πραγματικά «ένα σπίτι» και υποφέρουνε πάμπτωχοι σ’ όλη τους τη ζωή, άδικα, για να αποχτήσουν ένα σπίτι ίδιο με του διπλανού τους. Σα να ήταν να φοράει κανείς ό,τι είδος ρούχα του ετοιμάζει ο ράφτης, ή να αφήσει σιγά-σιγά τα φύλλα της φοινικιάς που φορούσε στο κεφάλι και να παραπονιέται γιατί δεν έχει χρήματα να αγοράσει κορόνα! Είναι πολύ εύκολο να φτιάχνουμε σπίτια που κανείς δεν θα μπορεί πια να αγοράζει. Μα πόσον καιρό ακόμα θα προσπαθούμε να αποχτούμε περισσότερα, αντί να προσπαθούμε να βολεύομαστε με λιγότερα; Ο σεβάσμιος πολίτης θα διδάσκει όλα τα χρόνια της ζωής του τους νέους να αγοράζουνε πολλά ζευγάρια γαλότσες, άπειρες ομπρέλες και αναρίθμητα άδεια δωμάτια για τους επισκέπτες του σπιτιού; Γιατί να μην είναι τα έπιπλά μας απλά σαν των Ινδιάνων ή των Αράβων; Όταν συλλογίζομαι τους μεγάλους δασκάλους της ανθρωπότητας που τους αποθεώνουμε σαν απεσταλμένους του ουρανού, δε θυμάμαι να έσερναν ποτέ πίσω τους κάρα με έπιπλα. Και τι θα συνέβαινε αν παραδεχόμουνα να έχουμε περισσότερες ανέσεις όσο είμαστε ανώτεροί τους ψυχικά και πνευματικά; Σήμερα τα σπίτια μας είναι γεμάτα έπιπλα και μια καλή νοικοκυρά πρέπει να περνάει όλο της το πρωινό για να τα ξεσκονίζει. Κι αυτό το λένε πρωινή εργασία! Σα ροδοκοκκινίζει η Αυγή και με τη μουσική του Μέμνονα, αυτή είναι η εργασία που θα έπρεπε να κάνουνε πρωί-πρωί οι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο; Είχα τρία κομμάτια σβεστόλιθο στο γραφείο μου, μα τρόμαξα όταν ανακάλυψα πως έπρεπε να τα ξεσκονίζω κάθε μέρα, ενώ η επίπλωση του κεφαλιού μου ήταν ακόμα αξεσκόνιστη, και τα πέταξα έξω από το παράθυρο αγαναχτισμένος. Πώς να έχω λοιπόν επιπλωμένο σπίτι; Προτιμώ να κάθουμε στο ύπαθριο, γιατί το χορτάρι δε μαζεύει σκόνη, εκτός αν υπάρχει καλλιεργημένη γη εκεί κοντά.

Αυτοί που αγαπούν την πολυτέλεια, αυτοί είναι που καθορίζουν τους κανόνες, και το κοπάδι ακολουθεί υπάκουα. Ο ταξιδιώτης που μένει στα καλύτερα ξενοδοχεία γρήγορα το μαθαίνει αυτό, γιατί τον παίρνουνε για το Σαρδανάπαλο και αν υποταχθεί στις τρυφερές τους περιποιήσεις, γρήγορα θα μείνει απένταρος. Νομίζω πως μέσα στο σιδηρόδρομο έχουμε την τάση να ξοδεύομε περισσότερα για την πολυτέλεια παρά για την ασφάλεια και άνεσή μας και έτσι όπως πάμε θα μιμηθούμε και εκεί αυτό που γίνεται στα σαλόνια μας, με τα ντιβάνια και τα μαξιλάρια και τα αμπαζούρ, και χίλια άλλα ανατολίτικα πράματα, που κουβαλήσαμε μαζί μας στη Δύση και που είχαν εφευρεθεί για τις χανούμισσες στα χαρέμια και για τους θηλυπρεπείς κατοίκους της Ουράνιας Αυτοκρατορίας, που ο Ιωνάθαν θα ντρεπότανε και τα ονόματά τους να ξέρει. Θα προτιμούσα να κάθομαι επάνω σε μια κολοκύθα που να μου ανήκει, παρά να μοιράζομαι ένα βελούδινο μαξιλάρι με άλλους. Θα προτιμούσα να κυκλοφορώ με βοϊδάμαξα στη γη, παρά να πάω στον ουρανό με πολυτελές εκδρομικό βαγόνι και να έχω σ’ όλο το δρόμο τον κίνδυνο ν’ αρπάξω ελονοσία.

 

 

Η απλή και πρωτόγονη ζωή του προϊστορικού ανθρώπου είχε τουλάχιστον αυτό το πλεονέκτημα, πως ήταν σε στενή επαφή με τη φύση. Μόλις ξεκουραζόταν και έπινε κι έτρωγε, σηκωνότανε να συνεχίσει την περιπλάνησή του. Κατοικούσε, όπως θα λέγαμε, έχοντας για στέγη τον ουρανό και μπορούσε να περνάει τις πεδιάδες και να σκαρφαλώνει ελεύθερος στα βουνά. Αλίμονο όμως, οι άνθρωποι εξαρτιώνται τώρα απ’ τα εργαλεία τους. Ο άνθρωπος που μάζευε ανεξάρτητος τους καρπούς όταν πεινούσε, έγινε αγρότης κι εκείνος που ζητούσε καταφύγιο κάτω από δέντρο έγινε νοικοκύρης. Δε στήνουμε πια το βράδυ τις σκηνές μας, παρά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τον ουρανό. Υιοθετήσαμε το Χριστιανισμό σαν ένα τρόπο αγρο-καλλιέργειας. Χτίσαμε για τούτο τον κόσμο ένα οικογενειακό σπίτι και για τον άλλο ένα οικογενειακό τάφο. Τα καλύτερα έργα τέχνης είναι εκείνα που εκφράζουνε τον αγώνα που κάνει ο άνθρωπος για να ελευθερωθεί, μα το αποτέλεσμα είναι να ανεχόμαστε τη χαμηλή μας θέση και να ξεχνούμε την ανώτερη. Σ’ αυτό το χωριό δεν υπάρχει πραγματική θέση για έργο τέχνης, αν κανένα έφτανε ως εμάς, γιατί τα σπίτια μας, η ζωή μας, οι δρόμοι μας δεν έχουνε να του προσφέρουνε ωραία βάση. Δεν υπάρχει, θα έλεγα, καρφί για να κρεμάσουμε μία εικόνα, ούτε ράφι για να δεχτεί το άγαλμα ήρωα ή αγίου. Όταν συλλογίζομαι πώς είναι χτισμένα τα σπίτια μας, και πώς πληρώθηκαν, αν πληρώθηκαν, και πώς διατηρείται και συνεχίζεται η εσωτερική τους οικονομία, απορώ πώς έτσι, καθώς κάθεται ο επισκέπτης και θαυμάζει τα διάφορα πράματα που το έχουμε γεμίσει, πως δεν υποχωρεί το πάτωμα να τον γκρεμίσει στο κελάρι, σε γερά και τίμια, όσο κι αν είναι χωματένια, θεμέλια. Βλέπω τους κόπους που χρειάζεται μια πλούσια και ραφιναρισμένη ζωή και δεν μπορών να χαρώ την αισθητική της ομορφιά, όσο συλλογίζομαι πόσο στοίχισε. Χωρίς υποστήριγμα ο άνθρωπος δεν αντέχει στις απαιτήσεις αυτές. Η πρώτη ερώτηση που μου έρχεται να κάνω σ’ αυτούς που έχουν στην ιδιοκτησία τους όλα αυτά τα άχαρα πράματα είναι: Ποιος σας υποστηρίζει; Είσαστε ένας από τους ενενήντα εφτά που πέφτουν, ή ένας από τους τρεις που πετυχαίνουν; Απαντήστε μου σ’ αυτά κι ύστερα μπορεί να βρω τον καιρό να κοιτάξω τα κομψοτεχνήματά σας, και να τα βρω κι όμορφα. Το κάρο όταν μπει μπροστά από το άλογο δεν είναι ούτε χρήσιμο ούτε ωραίο. Πριν να στολίσουμε τα σπίτια μας με ωραία αντικείμενα, οι τοίχοι πρέπει να γυμνωθούν και οι ζωές μας να γκρεμιστούν για να βάλουμε θεμέλεια γερά και για τα δύο.

Τώρα, το όμορφο βρίσκεται μόνο στο ύπαιθρο, όπου δεν υπάρχουν σπίτια και δεν υπάρχουν νοικοκυραίοι.

 

Ο γέρο-Τζόνσον στο βιβλίο του «Η Θαυματουργή Πρόνοια», μιλάει για τους πρώτους κατοίκους αυτής της πόλης και μας λέει πως «το πρώτο τους καταφύγιο υπήρξε μια σπηλιά που έσκαψαν στην πλαγιά κάποιου λόφου… Δεν κατασκεύσαν σπίτια παρά αφού, με την ευλογία του Κυρίου, η γη έδωσε ψωμία και τους έθρεψε. Τον πρώτο χρόνο η συγκομιδή ήταν τόσο μικρή, που υποχρεώθηκαν να κόβουνε το ψωμία τους πολύ ψιλές φέτες». Ο διοικητής της επαρχίας της Νέας Ολλανδίας, γράφοντας το 1650 για να πληροφορήσει όσους θα ήθελαν να κατοικήσουν εκεί, τονίζει ιδιαίτερα πως στη Νέα Ολλανδία, και πιο πολύ στη Νέα Αγγλία, οι άνθρωποι που δεν έχουνε τα μέσα να χτίσουν αγρόσπιτα όπως τα θέλουνε, σκάβουν ένα τετράγωνο λάκκο στη γη σαν κελάρι, ντύνουνε τα τοιχώματα με ξύλα και σκεπάζουνε τα ξύλα με φλούδα δέντρου ή και άλλα υλικά. Φτιάχνουνε πατώματα με σανίδες, σκεπάζουν το κελάρι με ταβάνι και για στέγη χρησιμοποιούν χόρτα, έτσι που να ζούνε ζεστά και βολικά μέσα μαζί με όλη την οικογένεια, δυο, τρία ή και τέσσερα χρόνια. Βέβαια τα κελάρια αυτά, ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας, τα χωρίζουνε σε πολλά διαμερίσματα με σανιδένια χωρίσματα. Οι πλουσιότεροι και καλύτεροι κάτοικοι της Νέας Αγγλίας άρχιζαν τη ζωή τους μ’ αυτόν τον τρόπο και για δυο λόγους: Πρώτα για να μη χάσουνε καιρό με το χτίσιμο και τους λείψει η τροφή αργότερα, κι ύστερα για να δώσουνε κουράγιο στους φτωχούς καλλιεργητές. Σε λίγα χρόνια, όταν η χώρα πια πήρε καλά το δρόμο της αγροκαλλιέργειας, έχτισαν ωραία σπίτια και ξόδεψαν για αυτά πολλές χιλιάδες».

Σ’ αυτές τις πράξεις των προγόνων μας υπάρχει τουλάχιστον κάποια λογική συνέπεια. Όπως φαίνεται, ήθελαν πραγματικά να ικανοποιήσουν πρώτα τις πιο βιαστικές ανάγκες τους. Σήμερα όμως, είναι ικανοποιημένες οι πιο απαραίτητες ανάγκες μας; Όταν σκέπτομαι να αγοράσω ένα από τα μεγάλα μας σπίτια, δε βρίσκω το κουράγιο να το κάνω γιατί βλέπω πως ή χώρα μας δεν έχει πάρει το δρόμο της «ανθρώπινης» καλλιέργειας, και είμαστε ακόμα υποχρεωμένοι να κόβουμε το «πνευματικό» ψωμί μας πολύ πιο ψιλό από το κριθαρένιο ψωμί των πατέρων μας. Όχι πως πρέπει να περιφρονούμε την ομορφιά που δημιουργεί η καλή αρχιτεκτονική ακόμα και στις πιο σκληρές εποχές. Όμως ας έχουνε τα σπίτια μας ομορφιά εκεί που έρχονται σε επαφή με τη ζωή μας, όπως τα όστρακα, και όχι να είναι βαριοστολισμένα. Αλίμονο, έχω μπει σε μερικά σπίτια και έχω ιδεί τι είδους στολίσματα έχουν στο εσωτερικό τους.

Αν και δεν έχουμε ακόμα εκφυλιστεί ως το σημείο που να μην μπορούμε να ζήσουμε σε καλύβες και να ντυθούμε με προβιές, όμως καλύτερα είναι να δεχτούμε τα πλεονεκτήματα και τις ανέσεις του πολιτισμού και της ανθρώπινης εργασίας που τα έχουμε πληρώσει τόσο ακριβά. Σε μια γειτονιά σαν τη δική μας, είναι πιο εύκολο να βρούμε σανίδια, ασβέστη και τούβλα παρά σπηλιές, φλούδα από δέντρα και δοκάρια, ακόμα και καλοσχηματισμένες πέτρες. Μιλώ με απόλυτη βεβαιότητα γιατί έχω εξετάσει το ζήτημα και θεωρητικά και πραχτικά. Όμως με λίγο περισσότερο μυαλό, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τα υλικά που έχουμε, έτσι που να γίνουμε πιο πλούσιοι από τους πιο πλούσιους και να κάνουμε τον πολιτισμό αληθινή ευλογία. Ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι ένας άγριος, μόνο που έχει περισσότερη πείρα και μεγαλύτερη σοφία. Μα ας έρθω στο πείραμά μου.

 

 

Το Μάρτη του 1845, δανείστηκα ένα τσεκούρι και πήγα στα δάση της λίμνης Ουώλντεν, κοντά εκεί που είχα σκοπό να χτίσω το σπίτι μου, και άρχισα να κόβω ψηλά λευκά νεαρά πεύκα, για να βγάλω την ξυλεία που χρειαζόμουνα. Είναι δύσκολο να αρχίσει κανείς χωρίς δανεικά, μα ίσως είναι αυτός ο πιο ελκυστικός τρόπος να κάνεις τους συνανθρώπους σου να ενδιαφερθούν για το έργο σου. Ο ιδιοκτήτης του τσεκουριού, καθώς μου το έδινε, μου είπε να το προσέξω γιατί το αγαπούσε πολύ και του ήταν απαραίτητο. Μα του το επέστρεψα πιο κοφτερό απ’ ό,τι το παρέλαβα. Ο τόπος που δούλευα ήταν μια ευχάριστη βουνοπλαγιά, σκεπασμένη με πεύκα, απ’ όπου έβλεπα τη λίμνη. Ήταν κι ένα μικρό χωράφι στη μέση, όπου μόλις φύτρωναν τα πρώτα μικρά δέντρα. Ο πάγος στη λίμνη δεν είχε λιώσει ακόμα, αν και είχε ραγίσματα. Το χρώμα ήταν σκούρο και λερωμένο. Έριξε λίγο χιόνι τις μέρες που δούλευα εκεί, μα τις περισσότερες φορές, καθώς έβγαινα από το σιδηρόδρομο και βάδιζα προς το μέρος όπου θα έφτιαχνα το σπίτι, οι ράγιες έλαμπαν κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, και άκουγα τον κορυδαλλό και τα άλλα πουλιά που είχανε πια έρθει για να περάσουν άλλη μια χρονιά μαζί μας. Οι μέρες ήσαν ευχάριστες και ανοιξιάτικες, η πάντα ανικανοποίητη καρδιά του ανθρώπου αλάφρωνε κι αυτή η ζωή που είχε αποκοιμηθεί άρχιζε να ξυπνάει και να τεντώνεται. Μια μερα το τσεκούρι μου βγήκε από την ξύλινη λαβή του. Είχα όμως κόψει καινούριο ξύλο και το είχα αφήσει στο νερό να μουσκέψει. Πήγα να το πάρω, όταν είδα ένα ριγωτό φίδι να τρέχει προς τα εκεί. Μπήκε μέσα και έμεινε στο βυθό, χωρίς ενόχληση όσο έμεινα κι εγώ εκεί, περισσότερο δηλαδή από ένα τέταρτο της ώρας, ίσως γιατί δεν είχε συνέλθει ακόμη από τη νάρκη του χειμώνα. Μου φάνηκε πως και οι άνθρωποι για τον ίδιο λόγο παραμένουν στη σημερινή τους πρωτόγονη κατάσταση. Όταν όμως θα αιστανθούν την Άνοιξη να τους ξυπνάει, θα ανεβούν αναγκαστικά σε ανώτερη και πιο αιθέρια ζωή. Είχα κι άλλες φορές ιδεί φίδια στο δρόμο μου, με ορισμένα σημεία του κορμιού τους ακόμα άκαμπτα, να περιμένουν τον ήλιο να τα συνεφέρει. Την πρωταπριλιά έβρεξε κι έλιωσε το χιόνι και, νωρίς το πρωί, που είχε αρκετή ομίχλη, άκουσα μια χαμένη πάπια να φωνάζει στη λίμνη, σα να ήταν το πνεύμα της ομίχλης.

Συνέχισα μερικές μέρες να κόβω και να πελεκάω ξύλα, χωρίς πολλές σκέψεις που να αξίζει τον κόπο να τις πω.

Πελέκησα τα μεγάλα δοκάρια τετράγωνα, με έξι ίντσες πλάτος. Την άλλη ξυλεία, για τα πατώματα κλπ., την ίσιωσα από το ένα μέρος και άφησα πάνω την περισσότερη φλούδα του δέντρου. Έτσι τα έκανα πολύ πιο ίσια και πιο γερά από τα πριονισμένα. Κάθε μικρότερο ξύλο το έκοψα με μεγάλη προσοχή. Στο μεταξύ είχα δανειστέί κι άλλα εργαλεία. Δεν περνούσα πολλές ώρες μέσα στο δάσος. Πάντα έπαιρνα μαζί μου το φαγητό μου, δηλαδή ψωμί με βούτηρο, και το μεσημέρι διάβαζα την εφημερίδα όπου το είχα τυλίξει. Καθόμουνα ανάμεσα στα φρεσκοκομμένα ξύλα, και το ψωμί μου έπαιρνε κάτι από το άρωμά τους, γιατί τα χέρια μου ήσαν σκεπασμένα από το χυμό τους. Πριν να τελειώσω, είχα γίνει φίλος με τα δέντρα. Τα είχα τώρα γνωρίσει καλύτερα. Καμιά φορά πλησίαζε και κανένας άνθρωπος από το θόρυβο που έκανα και έπιανα ευχάριστη κουβέντα μαζί του.

Στα μέσα του Απρίλη, -δε βιαζόμουνα καθόλου, πιο πολύ χαιρόμουνα τη δουλειά μου-, είχα έτοιμο το σχέδιο του σπιτιού και ήμουν έτοιμος ν’ αρχίσω να το στήνω. Είχα αγοράσει την καλύβα του Τζαίημς Κόλλινς, ενός Ιρλανδού που δούλευε στους σιδηροδρόμους, για τα σανίδια της. Αυτή η καλύβα έλεγαν όλοι πως ήταν από τις καλές. Όταν πήγα να την ιδώ ο ίδιος δεν ήταν εκεί. Τριγύρισα λίγο απ’ έξω, χωρίς να με ιδούν από μέσα, γιατί το παράθυρο ήταν μικρό και ψηλό. Το καλύβι ήταν επίσης μικρό, με μια μυτερή στέγη. Δεν μπορούσα να ιδώ πολλά πράματα, γιατί είχε γύρω-γύρω στοιβαγμένα χώματα, έτσι που δύσκολα ξέμπλεκες από κει. Η στέγη ήταν το καλύτερο μέρος και ας είχε φαγωθεί σε πολλά μέρη. Δεν υπήρχε κατώφλι στην πόρτα παρά μόνο ένα πέρασμα για τις κότες κάτω από το σανίδι της. Η κυρία Κόλλινς ήρθε έξω και με κάλεσε να μπω να ιδώ το εσωτερικό. Οι κότες έτρεξαν πέρα καθώς πλησίασα. Μέσα το καλύβι ήταν σκοτεινό. Το πάτωμα ήταν βρώμικο και υγρό, με πολύ λίγες σανίδες που θα μπορούσαν να χρησιμέψουν. Άναψε μια λάμπα για να μου δείξει τη στέγη και τους τοίχους, και να ιδώ πως το σανιδένιο πάτωμα πήγαινε και ως κάτω από το κρεβάτι. Με προειδοποίησε όμως να μην πατήσω στο κελάρι, ένας είδος τρύπας με βάθος 60 εκατοστά. Η ίδια μου είπε πως υπήρχαν καλές σανίδες στη στέγη, στους τοίχους και στα πατώματα. Γϋρω μου ήσαν ένα κρεβάτι, μια μικρή κουζίνα, ένα μέρος για να κάθεται κανείς, ένα μωρό, μια μεταξωτή ομπρέλα, ένας καθρέφτης με χρυσή κορνίζα και ένας καινούριος μύλος του καφέ. Στο μεταξύ ο Τζαίημς γύρισε και η συμφωνία έκλεισε γρήγορα. Εγώ τους πλήρωσα τέσσερα δολάρια και είκοσι πέντε σέντσια το ίδιο βράδυ κι εκείνοι ανάλαβαν να αδειάσουν την καλύβα στις πέντε το πρωί. Εγώ θα την παραλάβαινα στις έξι. Στο μεταξύ όμως δεν έπρεπε να πουλήσουνε τίποτα σε κανέναν άλλο. Μου είπε πως καλά θα έκανα να πάω νωρίς, μην τύχει και μου προβάλει κανείς απαιτήσεις για οικόπεδο κλπ. Στις έξι το πρωί τον συνάντησα στο δρόμο, αυτόν και την οικογένειά του. Ένα μεγάλο δέμα τυλιγμένο με κουρελού είχε μέσα τα πάντα, το κρεβάτι τους, το μύλο του καφέ, τον καθρέφτη. Όλα δηλαδή εκτός από τη γάτα. Αυτή πήρε τα βουνά κι έγινε αγριόγατα και όπως έμαθα αργότερα, πιάστηκε σε μια παγίδα και ψόφησε.

Το ίδιο εκείνο πρωί, έβγαλα τα καρφιά, γκρέμισα την καλύβα και την κουβάλησα πλάι στη λίμνη κομμάτι-κομμάτι, με καροτσάκι, απλώνοντας τις σανίδες στον ήλιο για ν’ ασπρίσουνε και να σιάξουνε. Ένα πρωινό πουλάκι μου κελάηδησε μερικές νότες καθώς περνούσα από το μονοπάτι του δάσους. Πληροφορθήκα κρυφά από ένα μικρό Ιρλανδεζάκι πως ο γείτονας ο Σήλεϋ, άλλος Ιρλανδός, όσο κουβαλούσα εγώ τα ξύλα, τσέπωνε τα πιο καλά καρφιά και άλλα ξυλαράκια. Όταν γύριζα, έπαιρνε αδιάφορο ύφος και κοίταζε με χαρούμενες σκέψεις την γκρεμισμένη καλύβα, που είχε πάνω της του κόσμου τη δουλειά, καθώς έλεγε. Ήταν εκεί να αντιπροσωπεύει το ακροατήριο και να βοηθήσει το τιποτένειο αυτό γεγονός να πάρει τις διαστάσεις νέου Τρωικού πολέμου.

Έσκαψα το κελάρι μου στη βουνοπλαγιά, προς το νότο, ανάμεσα σε ρίζες, δύο επί τρία μέτρα, σε ωραία άμμο που θα εμπόδιζε τις πατάτες μου να παγώσουν, όσο παγερός κι αν ήταν ο χεμώνας. Τα πλαϊνά τοιχώματα δεν τα έντυσα με πέτρα. Η άμμος, επειδή ο ήλιος ποτέ δεν τα είδε, διατήρησε το σχήμα της. Δεν ήταν παρά μόνο δυο ώρες δουλειά. Χάρηκα ιδιαίτερα αυτό το σκάψιμο γιατί σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη οι άνθρωποι σκάβουνε τη γη για να εξασφαλίσουν στέγη και θερμοκρασία. Κάτω ακόμη και από τα λαμπρότερα σπίτια στην πόλη, υπάρχει πάντα το κελάρι όπου οι άνθρωποι αποθηκεύουν, όπως τον παλιό καιρό τις ρίζες. Όταν ύστερα από χρόνια το σπίτι θα γκρεμιστεί, οι απόγονοι θα ξαναβρούνε τα ίχνη του κελαριού. Το σπίτι δεν είναι ακόμα παρά ένα είδος πόρτα στην είσοδο ενός λαγουμιού.

Τελικά, στην αρχή του Μάη, με τη βοήθεια μερικών γνωστών μου, περισσότερο για να τους δώσω την ευκαιρία να εκφράσουνε την καλή τους θέληση παρά γιατί τους είχα πραγματικά ανάγκη, έστησα το σκελετό του σπιτιού. Κανένας άνθρωπος δεν τιμήθηκε τόσο για το σπίτι που έχτισε. Ίσως, κάποια μέρα παρακολουθήσουν να στήνω ένα πιο εκλεκτό οικοδόμημα. Άρχισα να κατοικώ στο σπίτι μου στις 4 του Ιουλίου, μόλις έβαλα τη στέγη και έφτιαξα τους τοίχους. Ήταν καλοφτιαγμένο και η βροχή δεν περνούσε καθόλου. Πριν όμως να βάλω τις σανίδες έφερα πέτρα απ’ τη λίμνη κουβαλώντας την στην αγκαλιά μου και έβαλα τα θεμέλια ενός τζακιού στη μια άκρη. Το φθινόπωρο έσκαψα τη γη για τη σπορά κι ύστερα έχτισα το τζάκι, πριν να έρθουν τα κρύα. Μαγείρευα ως τότε στο ύπαιθρο, νωρίς το πρωί. Πιστεύω πως αυτός ο τρόπος είναι πιο βολικός από το συνηθισμένο. Μόνος μου έψηνα και το ψωμί μου. Καθόμουνα κοντά στη φωτιά και παρακολουθούσα τη φραντζόλα μου να ψένεται και πέρασα πολλές ευχάριστες ώρες μ’ αυτόν τον τρόπο. Εκείνες τις μέρες, όταν τα χέρια μου ήσαν πολύ απασχολημένα, διάβαζα λίγο, μα και το παραμικρό κουρελόχαρτο που έβρισκα στο χώμα με διασκέδαζε σα να είχα την «Ιλιάδα».

Θα άξιζε τον κόπο να χτίσει κανείς το σπίτι του περισσότερο προσεχτικά από μένα. Να μελετήσει, λόγου χάρη, τι σκοπό έχουνε για τον άνθρωπο ή πόρτα, ή σοφίτα, το κελάρι, και μήπως θα ήταν καλύτερα να μη χτίζουμε καθόλου πάνω από τη γη. Όταν ο άνθρωπος χτίζει το σπίτι του, μοιάζει με το πουλί που χτίζει τη φωλιά του. Ποιος ξέρει; Αν όλοι οι άνθρωποι έχτιζαν τα σπίτια τους με τα ίδια τους τα χέρια και φρόντιζαν με απλότητα για το φαΐ τους, μπορεί να αναπτύσσονταν πολύ η ποίηση και η μουσική, απαράλλαχτα όπως και τα πουλιά πάντα τραγουδούν όταν κάνουν αυτή τη δουλειά. Αλίμονο όμως, εμείς είμαστε σαν τους κούκους που γεννούν σε φωλιές χτισμένες από άλλα πουλιά και δε δίνουνε χαρά σε κανέναν ταξιδιώτη με τα τσιρίγματά τους. Ως πότε θα αφήνουμε τη χαρά της κατασκευής στους μαραγκούς; Τι σημαίνει η λέξη «αρχιτεκτονική» για τη μεγάλη μάζα των ανθρώπων; Σ’ όλα μου τα ταξίδια, ποτέ δε συνάνησα άνθρωπο ν’ ασχολείται με το ευχάριστο και απλό έργο να χτίζει το σπίτι του. Ανήκουμε στην κοινότητα. Δεν είναι μόνο ο ράφτης που καταγίνεται με την ειδική του δουλειά. Είναι άλλο τόσο, ο ιεροκήρυκας, ο έμπορος, ο γεωργός. Πού παίρνει τέλος πια αυτή η κατανομή της εργασίας; Και ποιο σκοπό έχει; Χωρίς αμφιβολία θα υπάρχουνε και άνθρωποι που σκέπτονται για λογαριασμό μου. Μα αυτό δε σημαίνει πως εγώ πρέπει να πάψω να σκέφτομαι.

Πραγματικά, υπάρχουν αρχιτέκτονες σ’ αυτήν τη χώρα. Έχω ακούσει για μερικούς πως έχουνε κάποιο σκοπό μέσα τους, όταν αποφασίζουν να προσθέσουνε μια διακόσμηση σ’ έναν τοίχο, κάτι δηλαδή που θα ανταποκρίνεται σε κάποια εσωτερική αλήθεια και είναι ανάγκη και που θα είναι ωραίο σα μια αποκάλυψη. Όλα αυτά βέβαια είναι πολύ σωστά, όπως τα βλέπουν αυτοί, μα μόλις είναι λίγο καλύτερα απ’ το συνηθισμένο ερασιτεχνισμό. Ο αρχιτέκτονας που γι’ αυτόν μιλάω αυτή τη στιγμή είναι, στην τέχνη του, ρομαντικός αναμορφωτής. Αρχίζει από την κορυφή και όχι από τα θεμέλια. Ήθελε να βάζει σε κάθε διακοσμητικό κομμάτι μόνο ένα κόκκο αλήθεια, σαν να έβαζε από ένα μύγδαλο σε κάθε ζαχαρωμένο βερίκοκο. Εγώ υποστηρίζω πως τα μύγδαλα είναι πιο υγιεινά χωρίς τη ζάχαρη, πως ο κάτοικος πρέπει να χτίζει μέσα και έξω από το σπίτι του με αλήθεια και τα στολίσματα να μείνουνε στην άκρη. Βέβαια, κανένας λογικός άνθρωπος δεν πιστεύει πως τα στολίσματα είναι κάτι το εξωτερικό και ξένο ούτε πως το καλοσχεδιασμένο καύκαλο της χελώνας και το πολύχρομο όστρακο είναι αποτέλεσμα συμβολαίου με εργολάβο. Ο άνθρωπος όμως έχει περισσότερη ευθύνη για το σπίτι του από τα ζώα αυτά και δεν είναι ανάγκη να ζωγραφίσει ο στρατιώτης στο λάβαρό του το αληθινό χρώμα της παλικαριάς του. Ο εχθρός θα το καταλάβει γιατί μπορεί να κιτρινίσει από το φόβο του την ώρα της δοκιμασίας. Ο αρχιτέκτονας μου φαινόταν σα να έσκυβε από την κορυφή του σπιτιού για να ψιθυρίσει αυτήν τη μισή του αλήθεια στους ακαλλιέργητους ενοίκους, που την ήξεραν καλύτερα απ’ αυτόν. Όταν βλέπω καμιά φορά όμορφο κτίριο, ξέρω πως δημιουργήθηκε η ομορφιά του από το εσωτερικό γούστο, από τις ανάγκες και τον χαρακτήρα του ένοικου, που είναι και ο μοναδικός χτίστης, από αγάπη και αλήθεια και από φυσική του ευγένεια, χωρίς ποτέ να σκέφτηκε την εξωτερική φιγούρα. Και οποιαδήποτε αληθινή ομορφιά δημιουργηθεί θα είναι το αποτέλεσμα από μια τέτοια υποσυνείδητη ομορφιά της ζωής. Οι πιο ενδιαφέρουσες κατοικίες σ’ αυτή τη χώρα, όπως το ξέρουν οι ζωγράφοι, είναι οι ταπεινές ξύλινες καλύβες των φτωχών. Πηγάζουν από την ίδια τη ζωή των ενοίκων τους. Το σπίτι τους δεν είναι κανένα εξωτερικό γνώρισμα, είναι το όστρακό τους. Και άλλο τόσο αξιοπρόσεχτο θα γίνει και το σπίτι στις πολιτείες, όταν η ζωή του ανθρώπου γίνει απλή και ευχάριστη, και δεν φαίνεται καμία προσπάθεια για «φιγούρα» στον τύπο του σπιτιού του.

Οι περισσότερες αρχιτεκτοντικές διακοσμήσεις είναι κούφιες και ο άνεμος του Σεπτέμβρη και μόνο θα αρκούσε να τις πετάξει, όπως μαδάει τα δανεικά φτερά, χωρίς να πάθει τίποτα το κύριο μέρος στο κτίριο. Εκείνοι που δεν έχουν ούτε ελιές ούτε κρασί στο κελάρι τους, μπορούνε να ζήσουνε και χωρίς αρχιτεκτονική.

Τι θα γινόταν αν υπήρχε η ίδια προσπάθεια στη λογτεχνία και αν οι συγγραφείς της Βίβλου μας έχαναν τον καιρό τους με στολίδια όπως οι αρχιτέκτονές μας; Πολύ που νοιάζει τον άνθρωπο με ποιο τρόπο τα δοκάρια στολίζουνε το ταβάνι του και τι χρώμα έχουν! Θα τον ένοιαζε βέβαια αν τα είχε βάλει εκεί και αν τα είχε βάψει ο ίδιος. Όταν όμως δε χρησιμοποιεί αυτός το πνεύμα του είναι σα να του κατασκευάζουν το φέρετρό του. Η δουλειά του «ξυλουργού» δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για τη λέξη «φερετροποιός». Κάποιος απελπισμένος ή αδιάφορος λέει: «Πάρε μια φούχτα κοκκινόχωμα και βάψε το σπίτι σου». Μήπως σκέπτεται εκείνη την ώρα το τελευταίο και στενό σπίτι του; Ίσως! Πόσον καιρό θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του για να τον σπαταλά έτσι! Γιατί όμως να μαζεύει κανείς μια φούχτα κοκκινόχωμα; Καλύτερα να βάφει το σπίτι του με το ίδιο το χρώμα του προσώπου του. Για να χλωμιάζει και να κοκκινίζει ανάλογα με την περίσταση. Προτού έρθει ο χειμώνας, έχτισα το τζάκι και σκέπασα τους τοίχους του σπιτιού μου με ψιλές σανίδες, αν και δεν περνούσε η βροχή.

Έτσι λοιπόν έχω ένα στεγανό ευρύχωρο σπίτι με σοφίτα και αποχωρητήριο, με ένα μεγάλο παράθυρο σε κάθε πλευρά, δυο μικρές πόρτες και μια μεγάλη, και ένα τζάκι από τούβλα. Για το σπίτι μου πλήρωσα μόνο τη συνηθισμένη τιμή για τα υλικά, δεν υπολογίζω τη δουλειά αφού την έκανα ο ίδιος, και μου κόστισε ακριβώς τα εξής: Δίνω τις λεπτομέρειες γιατί πολύ λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να ξέρουνε με ακρίβεια πόσο κόστισε το σπίτι τους και ακόμα λιγότεροι, πόσο κοστίζει κάθε υλικό χωριστά:

Σανίδες: 8,03 $

Πεταμένες φλούδες ξύλου για τη στέγη και τους τοίχους: 4.00 $

Δύο παράθυρα από δεύτερο χέρι με τζάμια: 2.43$

Λεπτές σανίδες: 1.25$

Χίλια παλιά τούβλα: 4.00$

Δύο βαρέλια ασβέστης: 2.40$ (γι’ αυτόν μου πήραν ακριβά)

Τρίχα: 0.31$ (παραπάνω απ’ όση χρειάστηκα)

Σίδερο: 0.15$

Καρφιά: 3.90$

Μεντρεσέδες και βίδες: 0.14$

Λουκέτα: 0.10$

Κιμωλία: 0.01$

Μεταφορικά: 1.40$ (τα περισσότερα τα κουβάλησα στη ράχη)

Όλα μαζί: 28.12$

Αυτά ήσαν όλα τα υλικά, εκτός από την ξυλεία, που έκοψα εγώ, και τις πέτρες και την άμμο που μάζεψε εκεί γύρω. Έφτιαξα επίσης και μια μικρή ξυλαποθήκη από τα περισσέματα. Έχω σκοπό να χτίσω αργότερα ένα σπίτι που θα ξεπεράσει σε πολυτέλεια και τα καλύτερα της Κόνκορντ και δεν πρόκειται να μου κοστίσει περισσότερα.

Έτσι βρήκα πως ο σπουδαστής μπορεί να αποχτήσει στέγη για όλη του τη ζωή με τα χρήματα που δίνει για το νοίκι ενός χρόνου.

 

 

Οι άνθρωποι συχνά μου λένε: «Πόσο θα αιστανθήκατε τη μοναξιά εκεί κάτω, μακριά από τους ανθρώπους, ιδιαίτερα στις θύελλες και τη νύχτα!» Έχω τον πειρασμό να τους απαντήσω: «Ολόκληρη αυτή η γη που κατοικούμε δεν είναι παρά ένα σημαδάκι στο διάστημα. Πόσο μακριά νομίζετε κατοικούν οι δυο πιο μακρινοί κάτοικοι εκείνου πέρα του άστρου, που τη διάμετρό του δεν μπορούνε να τη μετρήσουνε τα όργανά μας; Γιατί να αισθάνομαι μοναξιά; Δεν είναι ο πλανήτης μας στο Γαλαξία; Η ερώτησή σας δε μου φαίνεται η πιο σημαντική. Τι είδους διάστημα είναι αυτό που χωρίζει έναν άνθρωπο από τους όμοιούς του και του φέρνει μοναξιά; Έχω βρει πως όσο κι αν κουραστούνε τα πόδια δεν μπορούν αυτά να φέρουνε δυο πνεύματα πιο κοντά το ένα στο άλλο. Σε τι θέλουμε να κατοικούμε πιο κοντά; Όχι βέβαια κοντά στους ανθρώπους, κοντά στο ταχυδρομείο, στο δημαρχείο, στο σχολείο, στο μπακάλικο, κοντά στο λόφο του Μπήκον ή στο Φάιβ Πόιντς, όπου μαζεύονται οι περισσότεροι άνθρωποι, παρά κοντά σε ό,τι μας δίνει αδιάκοπα χαρά και ζωή. Και αυτό δεν είναι το ίδιο για τον κάθε άνθρωπο. Εκεί λοιπόν πρέπει ο φρόνιμος να χτίσει το σπίτι του».

Το να ξυπνήσει ένας νεκρός είναι πολύ σημαντικό. Αδιαφορεί βέβαια για το πού θα συμβεί αυτό το θαύμα. Ο τόπος θα είναι πάντα ίδιος και πάντα πολύ ευχάριστος στις αισθήσεις μας. Το πιο κοντινό σ’ όλους τους ανθρώπους είναι αυτή η δύναμη που μας δημιούργησε. Πλάι μας δεν είναι ο εργάτης που προσλάβαμε και που μ’ αυτόν μας κάνει τόσο κέφι να μιλάμε. Πλάι είναι ο εργάτης που δημιούργημά του είμαστε εμείς οι ίδιοι.

 

«Πόσο πλατιά και βαθιά είναι η επίδραση από τις κρυφές δυνάμεις του Ουρανού και της Γης!»

 

Προσπαθούμε να διακρίνουμε και δεν βλέπουμε. Προσπαθούμε ν’ ακούσουμε και δεν ακούμε. Ταυτισμένα με την ουσία των πραγμάτων, δεν μπορούν να χωριστούν απ’ αυτά.

Αυτά είναι η αιτία που όλοι οι άνθρωποι εξαγνίζουνε τις καρδιές τους και ντύνονται με γιορτάσιμα ρούχα για να προσφέρουνε θυσίες στους προγόνους τους. Είναι παντού, από πάνω μας, αριστερά μας, δεξιά μας, μας τριγυρίζουν από όλες τις μεριές.»

Είμαστε τα αντικείμενα ενός πειράματος που μας ενδιαφέρει και μας τους ίδιους. Δεν μπορούμε λοιπόν να ζήσουμε χωρίς τη συντροφιά των κουτσομπόληδων λίγη ώρα, να έχουμε τις δικές μας σκέψεις για να μας δίνουνε κέφι; Ο Κομφούκιος λέει πολύ σωστά: «Η αρετή δε μένει σαν το εγκαταλειμμένο ορφανό. Πρέπει αναγκαστικά να έχει γειτόνους».

Με τη σκέψη μπορούμε να βγούμε από τον εαυτό μας. Με μια θεληματική προσπάθεια του μυαλού  μπορούμε να σταθούμε μακριά από τις πράξεις μας και τα αποτελέσματά τους. Και όλα τα πράγματα, καλά και κακά, να περνάνε δίπλα μας σαν ένας χείμαρρος. Η Φύση δεν μας απορροφάει ολότελα. Μπορώ να είμαι το κομμένο κλαδί στο ρεύμα του ποταμού, ή ο Ίντρα στον ουρανό να κοιτάζω κάτω. Μπορεί να επηρεαστώ από μια θεατρική επίδειξη. Από την άλλη πάλι, μπορεί να μην επηρεαστώ από ένα αληθινό γεγονός που φαίνεται να με αφορά περισσότερο. Βλέπω τον εαυτό μου και ξεχωρίζω κάποιο δυισμό που με τη βοήθειά του μπορώ να σταθώ τόσο μακριά από τον εαυτό μου όσο και ένας άλλος. Όσο δυνατό κι αν είναι αυτό που δοκιμάζω, νιώθω πως υπάρχει ένα τμήμα του εαυτού μου, και την κριτική που μου κάνει, δηλαδή όχι ακριβώς τμήμα του εαυτού μου, παρά θεατής που δεν παίρνει μέρος στα γεγονότα και κρατάει μόνο σημειώσεις. Και αυτό δεν είναι «εγώ» παραπάνω από «εσύ». Όταν το έργο, ίσως η κωμωδία, της ζωής τελειώσει, ο θεατής πάει στο καλό. Ήταν ένα είδος φανταστικό κι αυτός.

Βρίσκω πολύ υγιεινό το να είμαι μόνος τον πιο πολύ καιρό. Το να είναι κανείς με συντροφιά, ακόμα και με την καλύτερη, είναι λίγο κουραστικό. Δεν βρήκα ποτέ σύντροφο που να κρατάει τόσο καλή συντροφιά όσο η μοναξιά. Καμιά φορά είμαστε περισσότερο μόνοι ανάμεσα στους ανθρώπους παρά όταν μένουμε στο δωμάτιό μας. Ένας άνθρωπος που σκέπτεται ή που εργάζεται είναι πάντα μόνος, όπου κι αν βρίσκεται. Η μοναξιά δε μετριέται από τα μίλια που χωρίζουν τον άνθρωπο από τους όμοιούς του. Ο αληθινά εργατικός σπουδαστής σε ένα από τα κελιά της κυψέλης στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ είναι τόσο μόνος, όσο και ο δερβίσης στην έρημο. Ο αγρότης μπορεί να δουλεύει όλη την ημέρα στα χωράφια, χωρίς να αιστανθεί μοναξιά. Όμως το βράδυ που γυρίζει δεν μπορεί να καθίσει μονάχος στο δωμάτιο, να τον βασανίζουν οι σκέψεις του όπως λέει. Νιώθει την ανάγκη να πάει να διασκεδάσει με τους φίλους του και να ανταμείψει έτσι νομίζει, τον εαυτό του για τη μοναξιά που υπόφερε μια ολόκληρη μέρα. Και γι’ αυτό απορεί πώς ο σπουδαστής μένει μόνος στο σπίτι όλη τη νύχτα και το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας χωρίς να βαριέται. Δεν καταλαβαίνει πως ο σπουδαστής αν και μένει στο σπίτι, στην πραγματικότητα είναι στο χωράφι του και κόβει ξύλα στο δάσος του, όπως και ο χωρικός στο δικό του, και αναζητάει κι αυτός την ίδια διασκέδαση και συντροφιά όπως κι ο άλλος, μα σε μια πιο σύνθετη μορφή.

Έχω πολλή συντροφιά στο σπίτι μου, ιδιαίτερα το πρωί που δεν έρχεται κανένας. Ας κάνω καλύτερα μερικές παρομοιώσεις για να δώσω μια ιδέα της κατάστασής μου. Δεν είμαι πιο μόνος από τα πουλιά στη λίμνη που φωνάζουν έτσι δυνατά, ούτε από την ίδια τη λίμνη Ουώλντεν. Τι συντροφιά έχει η μοναχική αυτή λίμνη σας παρακαλώ; Και όμως δεν έχει τους γαλάζιους διαβόλους. Έχει τους γαλάζιους αγγέλους μέσα της, στο γαλανό χρώμα των κυμάτων της. Ο ήλιος είναι μόνος, εκτός όταν είναι θολός ο καιρός και φαίνεται διπλός, μα τότε ο ένας ήλιος είναι ψεύτικος. Ο Θεός είναι μόνος του, ο διάβολος όμως είναι ολόκληρη λεγεώνα! Δεν είμαι πιο μόνος από ένα μοναχικό λουλούδι σ’ ένα χωράφι, από μιαν αλογόμυγα, από μια μέλισσσα, από ένα φύλλο φασολιού, από το ποταμάκι Μιλλ, ή από τον χρυσό κόκκορα που δείχνει τον καιρό, ή από το πολικό αστέρι, ή από την πρώτη αράχνη σ’ ένα καινούργιο σπίτι.

 

 

Δεν εκτιμούμε τη φύση όσο πρέπει. Τα πουλιά με τα φτερά και τα τραγούδια τους είναι σε αρμονία με τα λουλούδια, μα ποιος νέος ή ποια κοπέλα ταιριάζει με την πλούσια ομορφιά της Φύσης; Η Φύση ανθίζει πλούσια εκεί που είναι μόνη, μακριά από τις πόλεις όπου κατοικούμε. Και μιλάτε για ουρανό, εσείς που ντροπιάζετε τη γη!

 

 

 

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.