Χρηστός και Χριστός

Υπήρχε μια παγκόσμια μυστηριακή γλώσσα στην οποία είχαν γραφτεί όλες οι Παγκόσμιες Γραφές, από τις Βέδες μέχρι την Αποκάλυψη, από την Βίβλο των Νεκρών μέχρι τις Πράξεις.
Ένα από τα κλειδιά πάντως –το αριθμητικό και γεωμετρικό κλειδί– για τον Μυστηριακό Λόγο έχει τώρα διασωθεί· μια αρχαία γλώσσα, πραγματικά η οποία μέχρι σήμερα παρέμενε κρυμμένη, αλλά που τα πειστήρια για την ύπαρξή της είναι πολλά, όπως μπορούν να δείξουν αναντίρρητες μαθηματικές αποδείξεις. Πραγματικά, αν θέλουν η Βίβλος να γίνει αποδεκτή από τον κόσμο με την έννοια του νεκρού της γράμματος, ενόψει των σύγχρονων ανακαλύψεων από τους Ανατολιστές και των προσπαθειών ανεξάρτητων μελετητών και καββαλιστών, είναι εύκολο να προμαντέψουμε πως ακόμη και η τωρινή νέα γενιά της Ευρώπης και της Αμερικής θα την αποκηρύξει, όπως έκαναν όλοι οι υλιστές και οι ορθολογιστές. Γιατί όσο περισσότερο μελετά κανείς κείμενα αρχαίων θρησκειών, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί πως το υπόβαθρο της Καινής Διαθήκης είναι το ίδιο με των Βεδών, της Αιγυπτιακής θεογονίας και των Μαζδαϊκών αλληγοριών.

 

 

Οι εξιλεώσεις διά του αίματος, συμβόλαια και μεταβιβάσεις αίματος από τους θεούς στους ανθρώπους, και ανθρωποθυσίες στους θεούς, είναι ο βασικός τόνος που κυριαρχεί σε κάθε κοσμογονία και θεογονία. Η ψυχή, η ζωή και το αίμα ήταν συνώνυμες λέξεις σε κάθε γλώσσα, και πρώτα-πρώτα στα Εβραϊκά· και αυτή η προσφορά αίματος ήταν προσφορά ζωής. «Πολύ μύθοι ανάμεσα σε -γεωγραφικά- ξένα έθνη αποδίδουν τη ψυχή και τη συνειδητότητα στο νέο-δημιουργημένο ανθρώπινο γένος στο αίμα των θεών-δημιουργών». Ο Βήρωσος καταγράφει μια Χαλδαϊκή παράδοση που αποδίδει τη δημιουργία μιας νέας φυλής της ανθρωπότητας στην ανάμιξη χώματος με το αίμα που χύθηκε από το κομμένο κεφάλι του θεού Βήλου. «Γι’ αυτό το λόγο οι άνθρωποι είναι λογικά όντα και συμμετέχουν στη θεία γνώση», εξηγεί ο Βήρωσος. Και ο Λένορμαντ (Αρχές της Ιστορίας) αποκάλυψε πως οι Ορφικοί… έλεγαν ότι «το άυλο τμήμα του ανθρώπου, η ψυχή του (η ζωή του) προέρχεται από το αίμα του Διονύσου Ζαγρέως, που κομμάτιασαν οι Τιτάνες». Το αίμα «ανασταίνει τους νεκρούς» που σημαίνει, όταν ερμηνευθεί μεταφυσικά, ότι δίνει ενσυνείδητη ζωή και ψυχή στον υλικό και πήλινο άνθρωπο, όπως είναι ο σύγχρονος υλιστής σήμερα. Η μυστική έννοια της εντολής «Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς» δεν μπορεί ποτέ να γίνει κατανοητή ή να εκτιμηθεί στην αληθινή απόκρυφη αξία της, εκτός από εκείνους που κατέχουν κάποια από τα επτά κλειδιά, και ακόμη λίγο ενδιαφέρονται για τον Άγιο Πέτρο. Αυτά τα λόγια είτε έχουν ειπωθεί από τον Ιησού της Ναζαρέτ ή τον Γσουά Μπεν Πανθέρα, είναι τα λόγια ενός ΜΥΣΤΗ. Πρέπει να ερμηνευτούν με τη βοήθεια τριών κλειδιών, το ένα που ανοίγει την ψυχική πόρτα, το δεύτερο την πόρτα της φυσιολογίας και το τρίτο,  που λύνει το μυστήριο της επίγειας ύπαρξης, αποκαλύπτοντας την αχώριστη σχέση της θεογονίας με την ανθρωπολογία. Και επειδή αποκάλυψαν μερικές από αυτές τις αλήθειες, με μοναδικό σκοπό να σώσουν τον διανοητικό άνθρωπο από τις παραφροσύνες του υλισμού και του πεσιμισμού, οι μυστικιστές καταγγέλθηκαν συχνά ως υπηρέτες του Αντίχριστου, ακόμη και από εκείνους τους Χριστιανούς που ήσαν πολύ άξιοι, ειλικρινά ευσεβείς και ευϋπόληπτοι άνθρωποι.

 

Η λέξη Χρηστός υπήρχε αιώνες προτού ακουστεί ο Χριστιανισμός. Την βρίσκουμε να χρησιμοποιείται από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. από τον Ηρόδοτο, τον Αισχύλο και άλλους κλασσικούς Έλληνες συγγραφείς, και η ένοιά της αναφέρεται και σε πράγματα και σε πρόσωποα.

Έτσι, στον Αισχύλο διαβάζουμε για Μαντεύματα Πυθόχρηστα, τους «χρησμούς που δίδονται από έναν Πύθιο-Θεό» μέσω μιας πυθίας. Και ο πυθόχρηστος είναι η ονομαστική ενικού ενός επιθέτου που παράγεται από το χράω (Ευριπίδης, Ίων, 1218). Οι μεταγενέστερες έννοιες που επινοήθηκαν ελεύθερα από αυτή την πρωταρχική εφαρμογή είναι πολυάριθμες και ποικίλες. Οι ειδωλολάτρες κλασσικοί εξέφραζαν περισσότερες από μία ιδέες με το ρήμα χράομαι –«συμβουλεύομαι ένα μαντείο»· γιατί αυτό σημαίνει επίσης τον «υφίσταμαι το μοιραίο», τον καταδικασμένο από έναν χρησμό, υπό την έννοια του θυτήριου θύματος στο βούλευμά του, ή – στον «ΛΟΓΟ». Όπως και το χρηστήριον δεν είναι μόνον «ο τόπος που δίδεται ο χρησμός», αλλά επίσης μια «προσφορά στον ή για τον χρησμό». Χρήστης είναι αυτός που ερμηνεύει ή αναλύει τους χρησμούς, «ένας προφήτης, ένας μάντης. Και χρηστήριος είναι αυτός που ανήκει ή είναι στην υπηρεσία ενός μαντείου, ενός θεού ή ενός Κυρίου».

 

Όλα αυτά δείχνουν ότι οι όροι Χριστός και Χριστιανοί, που η αρχική τους μορφή ήταν Χρηστός και Χρηστιανοί, ήσαν απ’ ευθείας δανεισμένοι από τη λατρευτική ορολογία των Ειδωλολατρών, και σήμαιναν το ίδιο πράγμα. Ο θεός των Ιουδαίων είχε υποκαταστήσει το Μαντείο και τους άλλους θεούς. Η γενική προσωνυμία «Χρηστός» έγινε ένα όνομα που αναφέρεται σε μία ιδιαίτερη προσωπικότητα και νέοι όροι, όπως Χρηστιανοί και Χρηστόδουλος –ο οπαδός ή υπηρέτης του Χρηστού– επινοήθηκαν από το παλαιό υλικό. Αυτό φαίνεται από τον Φίλωνα τον Ιουδαίο, έναν μονοθεϊστή, χωρίς αμφιβολία, που χρησιμοποιούσε ήδη τον ίδιο όρο με μονοθεϊστικές έννοιες. Διότι μιλάει για θεόχρηστο, τον ανακηρυγμένο από τον Θεό και για λόγια θεόχρηστα, ρήσεις που έχουν εκφωνηθεί από τον Θεό –κάτι που αποδεικνύει ότι έγραψε σε κάποιο χρόνο (μεταξύ του πρώτου αιώνα π.Χ. και του πρώτου μ.Χ.) όταν ούτε οι Χριστιανοί ούτε οι Χρηστιανοί ήσαν ακόμη γνωστοί με αυτά τα ονόματα, αλλά αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Ναζαρηνούς. Η αξιοσημείωτη διαφορά ανάμεσα στις δύο λέξεις: χράω – «συμβουλεύομαι ή παίρνω απάντηση από κάποιον θεό ή μαντείο» (ή χρέω κατά τον προγοενέστερο Ιωνικό τύπο) και χρίω – «αλείφω, μυρώνω» (απ’ όπου και το όνομα Χριστός), δεν εμπόδισε την εκκλησιαστική υιοθεσία και επινόηση από την έκφραση θεόχρηστος του Φίλωνα του άλλου όρου θεόχριστος, «χρισμένος από τον Θεό». Έτσι, η σιωπηρή αντικατάσταση του η από το ι, για σκοπούς δογματικούς, έγινε με τον πιο εύκολο τρόπο όπως βλέπουμε τώρα.

 

Η εξωτερική σημασία του «Χρηστός» υπάρχει μέσα στην κλασσική Ελληνική φιλολογία, παράλληλα με τη σημασία που δίνεται στη λέξη στα μυστήρια. Η προσφώνηση του Δημοσθένη, ω χρηστέ, σημαίνει απλώς «συ, καλέ άνθρωπε». Ο Πλάτων (Φαίδων) λέει Χρηστός ει ότι ηγεί – «είσαι ένας αγαθός άνθρωπος, ώστε να φρονείς…». Αλλά στην εσωτερική φρασεολογία των ναών, το «χρηστός», μία λέξη που, όπως και η μετοχή χρησθείς, σχηματίζεται με τον ίδιο κανόνα, και αποδίδει την ίδια έννοια –από το ρήμα χράομαι («συμβουλεύομαι έναν θεό»)– ανταποκρίνεται σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε Μύστη, ή ακόμη, ανώτερο chela ή μαθητή. Με αυτή την έννοια, ακριβώς, χρησιμοποιήθηκε από τον Ευρυπίδη και τον Αισχύλο. Αυτή η ιδιότητα αποδίδετο σ’ αυτούς που ο θεός, το μαντείο ή οτιδήποτε άλλο ανώτερο τους είχε ανακηρύξει τούτο ή εκείνο. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να δοθεί σχετικά μ’ αυτό: Τα λόγια χρήσεν οικιστήρα που χρησιμοποίησε ο Πίνδαρος σημαίνουν ότι «το μαντείο τον ανακήρυξε αποικιστή». Στην περίπτωση αυτή η ιδιοφυΐα της Ελληνικής γλώσσας επιτρέπει ο άνθρωπος που ανακηρύχθηκε έτσι, να μπορεί να αποκαλείται χρηστός. Εξ ου και αυτός ο όρος χαρακτήριζε κάθε Μαθητή που είχε αναγνωρισθεί από ένα Διδάσκαλο, καθώς επίσης και κάθε ενάρετο άνθρωπο. Η Ελληνική γλώσσα λοιπόν, παρέχει περίεργες ετυμολογίες. Η Χριστιανική θεολογία επέλεξε και εθέσπισε ότι το όνομα Χριστός πρέπει να θεωρηθεί ως προερχόμενο από το χρίω, χρίσω, –«αλείφω με αγιασμένο μύρο ή λάδι». Αυτή η λέξη έχει πολλές σημασίες. Χρησιμοποιείται, βέβαια από τον Όμηρο, με την έννοια εντριβής τους σώματος με λάδι μετά το μπάνιο, όπως και από άλλους αρχαίους συγγραφείς. Επίσης, η λέξη χρίστης σημαίνει κυρίως αυτόν που ασβεστώνει, ενώ η λέξη χρήστης σημαίνει ιερέας και προφήτης, ένας όρος που ταιριάζει στον Ιησού πολύ περισσότερο από τον «χρισμένο», αφού όπως αποδεικνύει ο Nork σχετικά με την αυθεντικότητα των Ευαγγελίων, δεν χρίστηκε ποτέ ούτε ως ο βασιλιάς ούτε ως ιερέας. Με λίγα λόγια, υπάρχει ένα βαθύ μυστήριο στο οποίο βασίζεται όλο αυτό το σχέδιο, και το οποίο, όπως υποστηρίζω, μόνο μια ολοκληρωμένη γνώση των Παγανιστικών μυστηρίων είναι ικανή να το αποκαλύψει.

 

 

 

Ο Χρηστός, λοιπόν, είναι ένας όρος που εφαρμόζεται με διάφορες έννοιες. Χαρακτηρίζει και τη Θεότητα και τον Άνθρωπο. Με την πρώτη του έννοια χρησιμοποιείται στα Ευαγγέλια, όπως και στο κατά Λουκάν (6,35) όπου σημαίνει «αγαθός» και «φιλεύσπλαχνός», χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους…, και στην Α’ Επιστολή Πέτρου, όπου λέγεται, χρηστός, ο Κύριος. Εξ άλλου από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα εξηγείται με την απλή έννοια του καλού ανθρώπου. Για παράδειγμα: «Όλοι εκείνοι που πιστεύουν τον χρηστό (έναν καλόν άνθρωπο) είναι και αποκαλούνται Χρηστιανοί, δηλαδή καλοί άνθρωποι» (Στρωματείς). Η σιωπηλότητα του Κλήμη, του οποίου ο Χριστιανισμός, όπως πράγματι παρατηρεί ο King στους Γνωστικούς του, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μπόλιασμα επάνω στον ομογενή κορμό του αρχικού του πλατωνισμού, είναι εντελώς φυσική. Ήταν ένας Μυημένος, ένας Νεοπλατωνιστής, προτού γίνει ένας Χριστιανός, γεγονός το οποίο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορούσε να έχει απορρίψει τις προηγούμενες απόψεις του, δεν θα μπορούσε να τον απαλλάξει από τη δέσμευσή του για μυστικότητα. Και ως Θεοσοφιστής και Γνωστικός, ένας ο οποίος εγνώριζε, ο Κλήμης θα πρέπει να ήξερε, πως ο Χριστός είναι «η ΟΔΟΣ», ενώ ο Χρηστός ήταν ο μοναχικός ταξιδιώτης που ταξιδεύει για να φθάσει στον ύστατο σκοπό του διά μέσου αυτής της «Ατραπού», ο οποίος σκοπός ήταν ο Χριστός, το δοξασμένο Πνεύμα της «ΑΛΗΘΕΙΑΣ», η επανένωση με το ποίο καθιστά την ψυχή (τον Υιό) ΕΝΑ με το Πνεύμα (τον Πατέρα). Ότι ο Παύλος το εγνώριζε αυτό είναι βέβαιο, γιατί το αποδεικνύουν οι εκφράσεις του. Διότι τι σημαίνουν τα λόγια πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθεῖ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, παρά εκείνο που εκφράζουμε στην εσωτερική του απόδοση: έως ότου βρείτε τον Χριστό μέσα σας, ως τη μοναδική σας «οδό». (Προς Γαλάτες)

 

Έτσι ο Ιησούς, είτε της Ναζαρέτ είτε της Λουντ, ήταν ένας Χρηστός, τόσο αναντίρρητα, όσο και το ότι ποτέ δεν έλαβε την ονομασία Χριστός, κατά τη διάρκεια της ζωής του και πριν την τελευταία του δοκιμασία. Μπορεί, όπως εικάζει ο Higgins, το πρώτο όνομα του Ιησού να ήταν, ίσως Χρειστός, το δεύτερο Χρηστός, και το τρίτο Χριστός. «Η λέξη χρειστός χρησιμοποιείτο προτού μπει το η (ήτα) στη γλώσσα». Αλλά ο Taylor (στην απάντησή του στον Pye Smith) λέει: «Το φιλοφρονητικό επίθετο Χριστός… δεν εσήμαινε τίποτε περισσότερο από τον καλό άνθρωπο».

 

Σ’ αυτό το σημείο μπορεί πάλι να αναφερθεί ένας αριθμός αρχαίων συγγραφέων που πιστοποιεί ότι το Χριστός (ή Χρειστός μάλλον) ήταν μαζί με το Χρηστός, ένα επιθέτο που αναφερόταν στους Εθνικούς πριν από τη Χριστιανική εποχή. Στο Φιλόπατρις γράφεται: «ει τύχοι χρηστός και εν έθνεσιν…» κλπ.

 

 

Υπάρχει και άλλη μία απόδειξη, με πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα, για το ότι το όνομα Χριστός είναι προχριστιανικό. Η απόδειξη αυτή βρίσκεται στην προφητεία της Σίβυλας της Ερυθραίας, στη φράση: ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΕΙΣΤΟΣ ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ ΣΩΤΗΡ ΣΤΑΥΡΟΣ. Εάν διαβαστεί με την εσωτερική έννοια αυτή η ακατανόητη σειρά από ασύνδετα μεταξύ τους ονόματα που δεν σημαίνει τίποτα για τον αμύητο, περιέχει μιαν αληθινή προφητεία -που δεν αναφέρεται όμως στον Ιησού- και ένα στίχο από τη μυστική κατήχηση του Μυημένου. Η προφητεία αναφέρεται στην κάθοδο επί της Γης του Πνεύματος της Αλήθειας (Χριστός) μετά την έλευση του οποίου -που για μια ακόμη φορά δεν έχει σχέση με τον Ιησού- θα αρχίσει η Χρυσή Εποχή. Ο στίχος αναφέρεται στην ανάγκη να περάσει κανείς πρώτα από τη σταύρωση της σάρκας ή της ύλης, προτού φθάσει σ’ αυτή την ευλογημένη κατάσταση της εσωτερικής (ή υποκειμενικής) «θεοφάνειας» και θεοπνευστίας. Εάν διαβαστούν με την εσωτερική έννοια, οι λέξεις Ιησούς, Χρειστός, Θεού Υιός, Σωτήρ, Σταυρός, αποτελούν θαυμάσια στηρίγματα για να βασιστεί μία Χριστιανική προφητεία, αλλά είναι παγανιστικά, όχι χριστιανικά.

 

Εάν μου ζητούσαν να εξηγήσω το όνομα ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΕΙΣΤΟΣ, η απάντηση θα ήταν: μελετήστε τη μυθολογία, τις αποκαλούμενες «μυθοπλασίες» των αρχαίων, και θα σας δώσουν το κλειδί. Μελετήστε βαθειά τον Απόλλωνα, τον ηλιακό θεό, και τον «Θεραπευτή» και την αλληγορία γύρω από το γιο του Ιανό (ή Ιωνα), τον ιερέα του στους Δελφούς, μέσω του οποίου μόνο μπορούσαν να φθάσουν οι προσευχές τους αθάνατους θεούς, και τον άλλο γιο του τον Ασκληπιό, που αποκαλείτο ο Σωτήρ. Υπάρχει ένα απόσπασμα από την εσωτερικού χαρακτήρα ιστορία που γράφτηκε σε συμβολική γλώσσα από τους αρχαίους Έλληνες ποιητές.

 

Η πόλη της Χρίσας (αργότερα Κρίσας) είχε χτιστεί από την Κρεύσα, κόρη του Βασιλιά Ερεχθέα και μητέρα του Ιανού (ή Ίωνα) από τον Απόλλωνα, σε ανάμνηση του κινδύνου που διέφυγε ο Ίων. Μαθαίνουμε ότι η μητέρα του εγκατέλειψε τον Ιανό μέσα σε μια σπηλιά «για να κρύψει την ντροπή της παρθένας που εγέννησε ένα γιο» και ότι εκεί τον βρήκε ο Ερμής που έφερε το παιδί στους Δελφούς και το ανέθρεψε στο ιερό και το μαντείο του πατέρα του. Εκεί με το όνομα Χρήσις, ο Ίων έγινε πρώτα ένας Χρήστης (ένας ιερέας, μάντης ή μυημένος), και κατόπιν παρά λίγο ένα χρηστήριον «ένα θυσιαστήριο θύμα», έτοιμο να δηλητηριαστεί από την ίδια του τη μητέρα, η οποία δεν τον εγνώριζε και η οποία, μέσα στη ζήλεια της και εξ αιτίας του σκοτεινού χρησμού, τον πέρασε για γιο του συζύγου της. Εκείνος την ακολούθησε μέχρι τον ίδιο το βωμό με σκοπό να την σκοτώσει, όπου πρόλαβε να σωθεί από μια πυθία η οποία αποκάλυψε και στους δυο το μυστικό της συγγένειάς τους. Στη μνήμη αυτής της αιφνίδιας σωτηρίας η Κρεύσα, η μητέρα, έχτισε την πόλη της Χρίσας ή Κρίσας. Αυτή είναι η αλληγορία και δεν συμβολίζει παρά τις δοκιμασίες της Μύησης.

 

Βλέποντας λοιπόν ότι ο Ιανός, ο Ηλιακός Θεός και γιος του Απόλλωνα, ο Ήλιος, σημαίνει ο «Μυητής» και ο «Εκπορθητής της Πύλης του Φωτός» ή της μυστικής σοφίας των μυστηρίων∙ ότι γεννήθηκε από την Κρίσα (εσωτερικά Χρις) και ότι ήταν ένας Χρηστός μέσω του οποίου μιλούσε ο θεός∙ και τέλος, ότι ήταν ο Ίων, ο πατέρας των Ιώνων και, όπως λένε μερικοί, μία όψη του Ασκληπιού, ενός άλλου γιου του Απόλλωνα, είναι εύκολο να πιάσουμε τον μίτο της Αριάδνης μέσα σ’ αυτόν τον λαβύρινθο των αλληγοριών. Δεν είναι βέβαια εδώ ο κατάλληλος χώρος να δούμε παράλληλες μυθολογικές εκδοχές. Αρκεί να δείξουμε το σύνδεσμο ανάμεσα στους μυθικούς χαρακτήρες της παλαιάς αρχαιότητας και τους μεταγενέστερους μύθους που σημάδεψαν την απαρχή του πολιτισμού της εποχής μας. Ο Ασκληπιός ήταν ο θεός ιατρός, ο «θεραπευτής», ο Σωτήρ, όπως τον αποκαλούσαν, ένας τίτλος που είχε επίσης δοθεί στον Ίωνα των Δελφών. Και η ΙΑΣΩ, η κόρη του Ασκληπιού, ήταν η θεά της ίασης που κάτω από την προστασία της ήσαν όλοι οι υποψήφιοι για μύηση στο ναό του πατέρα της, οι αρχάριοι ή χρηστοί, οι αποκαλούμενοι «οι υιοί της Ιασούς». (Δείτε για την ονομασία στον Πλούτο του Αριστοφάνη).

Εάν τώρα θυμηθούμε ότι τα ονόματα του ΙΗΣΟΥ στις διάφορες μορφές τους, όπως Ιάσιος, Ιασίων, Ιάσων και Ιασός ήταν πολύ συνηθισμένα στην αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα ανάμεσα στους απογόνους του Ιάσιου (τους Ιασίδες), καθώς επίσης και το πλήθος των «υιών της Ιασούς», τους Μύστες και μελλοντικούς Επόπτες, γιατί δεν θα μπορούσαν τα αινιγματικά λόγια του Σιβυλλικού Βιβλίου να διαβαστούν κάτω από το αληθινό φως τους, που δεν είχε σχέση με κάποια Χριστιανική προφητεία; Η μυστική δοξασία διδάσκει, ότι οι δύο πρώτες λέξεις «ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΕΙΣΤΟΣ» σήμαιναν απλώς «υιός της Ιασούς, ένας Χρηστός» ή υπηρέτης του θεού του μαντείου. Πράγματι η Ιασώ στην Ιωνική διάλεκτο είναι Ιησώ, και ο όρος Ιησούς απλώς σημαίνει «ο υιός της Ιασούς ή της Ιησούς», ο «θεραπευτής». Δεν θα υπήρχε ασφαλώς αντίρρηση για μια τέτοια απόδοση της έννοιας, ή για το όνομα με τη γραφή Ιησώ αντί για Ιασώ, αφού ο τύπος στην Αττική διάλετο δεν είναι ο σωστός, διότι το όνομα είναι Ιωνικής προέλευσης. Το «Ιησώ» απ’ όπου προέρχεται «Ο Ιησούς» (ο υιός της Ιησούς), που είναι γενικής πτώσεως, όχι ονομαστικής, είναι Ιωνικό και δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, εάν λάβουμε υπ’ όψιν την ηλικία του Σιβυλλικού Βιβλίου. Ούτε μπορούσε η Σίβυλλα να το είχε προφέρει διαφορετικά αρχικά, καθώς η Ερυθραία, ο ίδιος ο τόπος της διαμονής της, ήταν μια πόλη της Ιωνίας (από τον Ίωνα) απέναντι από τη Χίο∙ και ο Ιωνικός τύπος προηγήθηκε του Αττικού. Αφήνοντας εδώ κατά μέρος τη μυστικιστική σημασία της περίφημης πλέον Σιβυλλικής πρότασης, και δίνοντας μόνο την κυριολεκτική της ερμηνεία, με βάση όλα αυτά που έχουμε πει, οι μέχρι τώρα μυστηριώδεις λέξεις θα είχαν ως εξής: «Υιός της ΙΑΣΟΥΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ (ο ιερεάς ή θεράπων) (του) ΥΙΟΥ (του) ΘΕΟΥ ΣΩΤΗΡ από τον ΣΤΑΥΡΟ – της (σάρκας ή ύλης)». Αληθινά, ο Χριστιανισμός δεν θα μπορέσει ποτέ να ελπίζει πως θα γίνει κατανοητός, μέχρις ότου απομακρυνθεί κάθε ίχνος δογματισμού απ’ αυτόν, και το νεκρό γράμμα θα θυσιαστεί στο αιώνιο Πνεύμα της Αλήθειας, που είναι ο Ώρος, που είναι ο Κρίσνα, που είναι ο Βούδδας, όπως είναι και ο Χριστός των Γνωστικών, καθώς και ο αληθινός Χριστός του Παύλου.

 

Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ

Ε.Π. Μπλαβάτσκυ

 
 
 
 
 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.