J’ accuse!

Το σύμβολο της οργής εναντίον εκείνου που κάνει κατάχρηση της εξουσίας του. Η ανοιχτή επιστολή του εκπροσώπου του νατουραλισμού Εμίλ Ζολά προς την εφημερίδα «L’Aurore» με ημερομηνία δημοσίευσης 13 Ιανουαρίου 1898.

Η επιστολή απευθύνεται στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας με το συγγραφέα της να κατηγορεί την κυβέρνηση για αντισημιτισμό και την άδικη φυλάκιση του Γάλλου λοχαγού Αλφρέδου Ντρεϋφούς στον οποίο επεβλήθη ισόβια εξορία και φυλάκιση.

Σε φυλάκιση ενός έτους καταδικάστηκε και ο ίδιος ο Ζολά διέφυγε όμως στην Αγγλία και επέστρεψε τον Ιούνιο του 1899.

Ο Ντρεϋφούς, γιος εύπορης εβραϊκής οικογένειας, γεννήθηκε το 1859 σε μια επαρχία της βορειοανατολικής Γαλλίας την οποία άφησε για να έρθει στο Παρίσι το 1871. Το 1894, σε μια φαινομενικά ειρηνική χρονική περίοδο εν τούτοις ανήσυχη στο παρασκήνιό της, μια καθαρίστρια γαλλίδα κατάσκοπος που δούλευε στη γερμανική πρεσβεία με σκοπό να παρακολουθεί τις δραστηριότητες του τότε στρατιωτικού ακόλουθου Μαξιμιλιανού Σβάρτσκοπτεν, σε μια φασίνα ρουτίνας, βρήκε σε κάποιο κάλαθο αχρήστων ένα «μπορντερώ» (μνημόνιο/έγγραφο από ντοσιέ).

Το συγκεκριμένο έγγραφο, σκισμένο σε έξι κομμάτια, υποσχόταν στον ακόλουθο σημαντικές πληροφορίες για μια σειρά από στρατιωτικά θέματα, τα περισσότερα άκρως εμπιστευτικά. Υποβάλλεται στο Γενικό Επιτελείο του γαλλικού Στρατού και αμέσως κινείται γη και ουρανός προκειμένου να βρεθεί ο προδότης.

Μέσα από έρευνες και συγκρίσεις διαφόρων γραφικών χαρακτήρων και με τη συμβολή του ειδικού γραφολόγου Αλφόνσου Μπερντιγιόν, οι Αρχές προχωρούν στις 15 Οκτωβρίου στη σύλληψη του Γάλλου λοχαγού του πυροβολικού Αλφρέδου Ντρεϋφούς. Μην έχοντας ο ίδιος πρόσβαση στα στοιχεία που οδήγησαν στην ποινή του, υφίσταται την ατιμωτική καθαίρεσή του στην αυλή της Στρατιωτικής σχολής με θραύση του ξίφους του στις 5 Ιανουαρίου του 1895 και στις 13 Απριλίου εξορίζεται στο Νησί του Διαβόλου στη Γαλλική Γουιάνα.

Η Υπηρεσία Πληροφοριών εξαίρει τον συντονισμό και ο γαλλικός Τύπος γιορτάζει την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης ενώ στο πρόσωπο του Ντρεϋφούς η χώρα έβλεπε την προδοσία όλων των Γάλλων Εβραίων εναντίον της.

Δυο χρόνια αργότερα, η μαντάμ Μπαστιάν, η ίδια καθαρίστρια που είχε βρει το μπορντερώ, εντοπίζει και νέο έγγραφο με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, μόνο που αυτή τη φορά ο γνωστός «προδότης» ήταν ουσιαστικά πρακτικώς αδύνατο να το έχει συντάξει καθώς βρισκόταν στο Νησί του Διαβόλου. Ο αντισυνταγματάρχης Ζωρζ Πικάρ διατάσσει έρευνα και τα αποτέλεσμα δείχνουν ως ένοχο τον ουγγρικής καταγωγής ταγματάρχη Φερτινάντ Εστερχάζι. Το σύστημα της χώρας καλύπτει τον Εστερχάζι, ο Πικάρ παίρνει δυσμενή μετάθεση στην Τυνησία και η υπόθεση Ντρεϋφούς συνεχίζει να παραμένει κλειστή με την κοινωνία της χώρας να βρίσκεται σε αναταραχή προκαλώντας τριγμούς στα θεμέλια της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Η δε Γερμανία διαμηνύει διά του τότε υπουργού των Εξωτερικών της Μπίλοφ πως «όσο τραβάει η υπόθεση τόσο κακό κάνει στην ίδια την Ευρώπη». Τελικά ο Εστερχάζι κρίνεται αθώος από το στρατοδικείο.

Στις 13 Ιανουαρίου 1898 δημοσιεύεται στη πρώτη σελίδα της «L’ Aurore» η ανοιχτή επιστολή του Ζολά προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Με το «Κατηγορώ» του ο Ζολά στρέφει τα βέλη του κατά του γαλλικού στρατού για συγκάλυψη εκτοξεύοντας τις πωλήσεις της εφημερίδας στις 300.000 χιλιάδες από τα 30.000 αντίτυπα που συνήθιζε να τυπώνει.

Αντισημιτικές εξεγέρσεις ξεσπούν και παρόλο που η Γαλλία ήταν μέχρι τότε φιλόξενη χώρα το κύριο σύνθημα που επικρατεί στις πορείες είναι «θάνατος στους εβραίους». Σε αυτό το κλίμα η κυβέρνηση παραπέμπει τον Ζολά σε δίκη για συκοφαντία επιβάλλοντάς του πρόστιμο 3.000 φράγκων και φυλάκιση ενός έτους.

Τον Αύγουστο του ίδιου έτους ωστόσο, γίνεται τελικώς γνωστό πως ο πραγματικός συντάκτης των εγγράφων ήταν ο Συνταγματάρχης Ζοζέφ Ανρί. Μένοντας μόνος πλέον καθώς οι συνεργοί του τον είχαν εγκαταλείψει και κουρασμένος από μια σειρά ανακρίσεων παραδέχτηκε πως πλαστογράφησε το μπορντερώ προκειμένου να στοχοποιήσει με τον Εστερχάζι τον Ντρεϊφούς. Ο ίδιος αυτοκτονεί λίγο αργότερα και ο Εστερχάζι διαφεύγει στο Λονδίνο.

Το Ιούνιο του 1899 ο Ντρεϋφούς επέστρεψε από τον τόπο εξορίας του και μια νέα δική ξεκίνησε στην οποία καταδικάστηκε ξανά. Νέες ταραχές ξεσπούν και πέφτει η κυβέρνηση ενώ ο Γάλλος Πρόεδρος απονέμει λίγο αργότερα στον Ντρεϋφούς χάρη. Τον Ιούλιο του 1906 το εφετείο τον απαλλάσσει οριστικώς από κάθε κατηγορία και στις 22 Ιουλίου του δίδεται το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής. Πολέμησε αργότερα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως αντισυνταγματάρχης, αν και σε μεγάλη ηλικία πλέον, και πέθανε στο Παρίσι στις 12 Ιουλίου του 1935, δυο μέρες πριν από την Ημέρα της Βαστίλλης, σε ηλικία 76 ετών.

Ο γιος του, Πιέρ Ντρεϋφούς, πήρε και εκείνος μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο και κέρδισε το Σταυρό του Πολέμου, ενώ τα δύο ανήψια του που επίσης πολέμησαν στο πυροβολικό, έχασαν τη ζωή τους στις μάχες.

Η υπόθεση Ντρεϋφούς επηρέασε καθοριστικά μεταξύ άλλων και τον ουγγρο-εβραϊκής καταγωγής δημοσιογράφο Τεοντόρ Χερτσλ.

Κάλυπτε τότε τα γεγονότα και τον απόηχό τους για την Neue Freie Presse και το 1896 έγραψε το Der Judenstaat, ιδρύοντας παράλληλα τον Σιωνιστικό Οργανισμό με σκοπό τη δημιουργία εβραϊκού κράτους στη γη του Ισραήλ. Η υπόθεση Ντρεϋφούς είχε επιβεβαιώσει και τις τελευταίες του υποψίες πως οι Εβραίοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να ελπίζουν σε μια δίκαιη και ισότιμη αντιμετώπιση εντός της Ευρώπης.

Από την άλλη υπήρξαν φωνές που συνέχιζαν να πιστεύουν αν όχι στην Ευρώπη τουλάχιστον στην Γαλλία, με πιο χαρακτηριστική εκείνη του Εβραίου φιλόσοφου Εμμανουήλ Λεβινάς που είπε πως «μια χώρα που χωρίζεται στα δυο για έναν άσημο εβραίο στρατιωτικό είναι σίγουρα ένα μέρος στο οποίο αξίζει να πορευτείς».

 

 

Χαρακτηριστική γελιογραφία της εποχής / Παρίσι, 13 Φεβρ. 1898, ένα παραδοσιακό οικογενειακό δείπνο. Στην πρώτη εικόνα κάποιος προτρέπει «να μη συζητήσουμε για την υπόθεση Ντρεϋφούς». Στην δεύτερη εικόνα η λεζάντα μας ενημερώνει ότι τελικά τη συζήτησαν.

 

 

 



Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.