«Ο πατέρας όλων μας»

Ο τίτλος αποδίδεται από τους Ματίς και Πικάσσο στον ζωγράφο που γεφύρωσε τον μετα-ιμπρεσσιονισμό του 19ου αιώνα με τον κυβισμό του 20ου αιώνα, Πωλ Σεζάν.

Γεννήθηκε στο Αιξ της Προβηγκίας στις 19 Ιανουαρίου του 1839 και πέθανε τον Οκτώβριο του 1906. Πατέρας του ήταν ο Λευί Ωγκύστ, έμπορος καπέλων και μετέπειτα πετυχημένος τραπεζίτης. Η μητέρα του Ελίζαμπεθ υπήρξε η πηγή από την οποία ο γιος της άντλησε το συνολικότερο όραμα της ζωής του.

Το 1856 γράφτηκε στο κολλέγιο Μπουρμπόν όπου και γνώρισε τον Εμίλ Ζολά τον οποίον ακολούθησε στο Παρίσι δυο χρόνια αργότερα ενάντια στο θέλημα του πατέρα του που τον προόριζε για διάδοχο στην τράπεζά του. Ο Σεζάν όμως ταγμένος στην Τέχνη του αρνήθηκε κάθε σχέση με το επάγγελμα του τραπεζίτη με αποτέλεσμα η σχέση του με τον πατέρα του να έρθει σε ρήξη.

Η συμφιλίωση ήρθε στη δύση της ζωής του Ωγκύστ οπότε και ο Σεζάν πήρε και το μέρος της κληρονομιάς που του αναλογούσε.

Στο Παρίσι ο Σεζάν γνώρισε και τον ιμπρεσσιονιστή Καμίλ Πισσάρο με τον οποίο ανέπτυξε σχέση δασκάλου-μαθητή.

Η πρώιμη τεχνική του Σεζάν αναπτύσσει τοπία με μεγάλες ανθρώπινες φιγούρες. Στην πορεία του επικεντρώθηκε περισσότερο στην άμεση παρατήρηση και τη βαθμιαία αέρινη ζωγραφική, η οποία ενέπνευσε συνολικά το κίνημα των ιμπρεσσιονιστών. Ωστόσο, η κύρια και ώριμη δουλειά του αποδίδει ένα στέρεο, σχεδόν αρχιτεκτονικό στυλ που στόχευε στην απλοποίηση της φύσης και των μοτίβων της μεταφράζοντας την εικόνα με όρους γεωμετρικούς: ο κορμός ενός δέντρου ήταν ένας κύλινδρος, το μήλο ή το πορτοκάλι μια σφαίρα. Για να κάνει τελικά «τον ιμπρεσσιονισμό κάτι στέρεο και παντοτινό» όπως τον άκουσαν κάποιοι κάποτε να λέει.

Αν και υπήρξε πιστός Καθολικός, ελάχιστα ήταν τα έργα του με θρησκευτικό θέμα. Παντρεύτηκε και απέκτησε ένα παιδί, ωστόσο το γάμο του τον αποκάλυψε πολύ αργότερα στους δικούς του. Δέχτηκε σκληρές κριτικές για το έργο του από γκαλερίστες και εφημερίδες και η γυναίκα του υπήρξε μάλλον αδιάφορη απέναντι στον ίδιο και την τέχνη του αλλά και ο ίδιος δεν φαινόταν να πιστεύει πολύ στο αντίθετο φύλο. Ωστόσο το μεγάλο χτύπημα στον ψυχισμό του ήρθε από την προδοσία όπως πίστεψε του αγαπημένου του φίλου. Το 1886 ο Ζολά δημοσιεύει το μυθιστόρημα L’Œuvre. Ήρωάς του ο Κλωντ Λαντιέρ, ένας αποτυχημένος αξιοθρήνητος, φανταστικός ωστόσο χαρακτήρας ενός ζωγράφου που προσπαθεί να κάνει εκείνον τον μοναδικό σε έμπνευση πίνακα που θα αποτυπώνει το ταλέντο και την ευφυΐα του. Ο Σεζάν πίστευε πως ο συγγραφέας περιέγραφε εκείνον και μη μπορώντας να συγχωρήσει αυτή την απρέπεια η τριάντα χρόνων φιλία των δύο αντρών επλήγη ανεπανόρθωτα μετά την επιστολή που έστειλε στον Ζολά ευχαριστώντας τον για το αντίτυπο που του έστειλε. Έκτοτε δεν ξαναμίλησαν ποτέ.

Μακριά από τα όσα άκουγε και εισέπραττε από τον έξω κόσμο, και με την υγεία του κλονισμένη από τον ζαχαροδιαβήτη, αφοσιώθηκε ευλαβικά στο λειτούργημά του και η μόνη του επιθυμία ήταν να πεθάνει ζωγραφίζοντας. Για την ακρίβεια, ορκίστηκε για ένα τέτοιο τέλος. Η μοίρα του έκανε το χατίρι και στις 15 Οκτωβρίου του 1906, ενώ είχε ξεσπάσει δυνατή βροχή εκείνος έμεινε πιστός μπροστά στην παλέτα του ζωγραφίζοντας το τοπίο. Στο δρόμο της επιστροφής λιποθύμησε και τον βρήκε ένας περαστικός αμαξάς. Πέθανε μια βδομάδα αργότερα.

 

Ζούμε πάνω στο ουράνιο τόξο του χάους.

~ Paul Cézanne

 

 

 

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.