Φαντασία και Πραγματικότητα

Η νύχτα ήταν νήνεμη και η κάτωχρη άμμος σχημάτιζε ανοδικές και καθοδικές καμπύλες σαν παγωμένα θαλάσσια κύματα. Και εγώ τα διέσχιζα χωρίς έναν συγκεκριμένο σκοπό, αλλά με μια βεβαιότητα, σαν να κατευθυνόμουν από κάποιο πεπρωμένο. Τα όνειρά μου ξεχύθηκαν στον κόσμο της εγρήγορσης κάνοντας κάθε αμμοσκεπή μεγάλιθο να μοιάζει με τμήμα από σειρά ατελείωτων δωματίων και διαδρόμων σε προανθρώπινα κτίσματα, λαξευμένο με ιερογλυφικά σύμβολα τα οποία γνώριζα πολύ καλά από τα τόσα έτη που είχα περάσει ως δέσμια διάνοια της Μεγάλης Φυλής.

Για μερικές στιγμές φανταζόμουν πως έβλεπα εκείνα τα πάνσοφα, τερατώδη κωνικά πλάσματα να περιφέρονται εκτελώντας τις συνήθεις εργασίες τους και φοβόμουν να κοιτάξω προς τα κάτω τον εαυτό μου, μήπως τον έβρισκα όμοιο στην όψη με εκείνα.

Και εν τούτοις, για όλο αυτό το διάστημα έβλεπα ταυτόχρονα τους αμοσκεπείς ογκόλιθους και τα δωμάτια με τους διαδρόμους, τη σελήνη με το καταχθόνιο, φλογερό της φως και τους φανούς από φωτοβόλο κρύσταλλο, την απέραντη έρημο και τις κυματοειδείς φτέρες και τις κυκάδες έξω από τα παράθυρα. Ονειρευόμουν, σε κατάσταση εγρήγορσης.
Δεν γνωρίζω πόσο πολύ ή πόσο μακριά ή, ακόμη, προς ποια κατεύθυνση είχα περπατήσει, όταν εντόπισα για πρώτη φορά το πλήθος των ογκόλιθων που είχαν γυμνωθεί από τον άνεμο της ημέρας. Ήσαν οι περισσότεροι που είχα δει ποτέ μαζί σ’ ένα μέρος και αυτό με εντυπωσίασε τόσο πολύ, που τα οράματα μυθικών αιώνων ξαφνικά έσβησαν.

Ήταν και πάλι μόνο η έρημος μπροστά μου, το καταχθόνιο φεγγάρι και τα συντρίμματα ενός άδηλου παρελθόντος. Πλησίασα προς τα κει και κοντοστάθηκα στρέφοντας και το φως του ηλεκτρικού φανού μου στην φεγγαρόλουστη γκρεμισμένη μάζα. Ο άνεμος της ημέρας είχε απομακρύνει έναν χαμηλό αμμόλοφο, αποκαλύπτοντας έναν ακανόνιστο κυκλικό σωρό μεγάλιθων και μικρότερων θραυσμάτων, πλάτους δώδεκα μέτρων και ύψους από μισό ως δυόμισι μέτρα.

Ευθύς εξ αρχής αντιλήφθηκα πως αυτοί οι λίθοι είχαν κάτι το εντελώς ιδιαίτερο και πρωτόγνωρο. Όχι μόνον ο συνολικός αριθμός τους ήταν άνευ προηγούμενου, αλλά και κάτι στα ίχνη σχεδίων επάνω τους που ήσαν φθαρμένα από την άμμο, με καθήλωνε την ώρα που τα εξέταζα κάτω από τις ενωμένες φωτεινές δέσμες της σελήνης και του φανού μου.

Όχι πως διέφεραν σημαντικά από τα προηγούμενα δείγματα που είχαμε βρει. Ήταν κάτι πολύ πιο ανεπαίσθητο. Η εντύπωση αυτή δεν δημιουργείτο όταν κοίταζα καθέναν ογκόλιθο ξεχωριστά, αλλά μόνο όταν το βλέμμα μου έτρεχε σε πολλούς ταυτόχρονα.

Τότε, επιτέλους, η αλήθεια έλαμψε ξαφνικά μέσα μου. Οι καμπυλοειδείς γραμμές στην επιφάνεια πολλών από εκείνους τους ογκόλιθους συνδέονταν στενά μεταξύ τους, αποτελούσαν κομμάτια ενός τεράστιου διακοσμητικού σχεδίου. Για πρώτη φορά μέσα σ’ αυτά τα ερειπωμένα από τους αιώνες συντρίμμια είχα συναντήσει ένα μνημειώδες κτίσμα στην παλαιά του θέση, ερειπωμένο και θρυμματισμένο βεβαίως, παρ’ όλ’ αυτά όμως ήταν ολοκάθαρα εκεί.

Γαντζώθηκα από κάποιο χαμηλό σημείο και μετά αναρριχήθηκα με κοπιώδεις προσπάθειες στην κορυφή του σωρού, απομακρύνοντας εδώ κι εκεί την άμμο με τα δάχτυλά μου και πασχίζοντας διαρκώς να ερμηνεύσω τα ποικίλα μεγέθη, τα σχήματα, τις τεχνοτροπίες και τις σχέσεις μεταξύ των σχεδίων.

Ύστερα από λίγο κατάφερα να μαντέψω σε γενικές γραμμές την υφή της παλαιάς δομής και τα σχέδια που κάποτε απλώνοντας στις απέραντες επιφάνειες του αρχέγονου κτίσματος. Η απόλυτη σύμπτωση όλου αυτού του σκηνικού με κάποιες ονειρικές αναλαμπές μου, με συγκλόνισε και με παρέλυσε.

Αυτός ήταν κάποτε ένας κυκλώπειος διάδρομος πλάτους εννέα μέτρων και ύψους επίσης εννέα μέτρων, στρωμένος με οκταγωνικούς λίθους και με γερά στερεωμένες αψίδες στο επάνω μέρος του. Θα πρέπει να υπήρχαν δωμάτια στα δεξιά του, ενώ στην άλλη άκρη του ένα από εκείνα τα περίεργα κεκλιμένα επίπεδα θα πρέπει να οδηγούσε ελικοειδώς σε ακόμη μεγαλύτερα βάθη.

Αναπήδησα βίαια καθώς μου έρχονταν τούτες οι σκέψεις, διότι άφηναν να εννοηθούν πολύ περισσότερα από τις πληροφορίες πο παρείχαν οι ίδιοι οι ογκόλιθοι. Πώς γνώριζα ότι αυτό το επίπεδο θα έπρεπε να βρίσκεται πολύ κάτω από τη γη; Πώς γνώριζα ότι το επίπεδο που οδηγούσε προς τα πάνω, έπρεπε να βρίσκεται πίσω μου; Πώς γνώριζα ότι η μεγάλη υπόγεια διάβαση προς το Πλάτωμα των Κιόνων έπρεπε να βρίσκεται στο αριστερό επίπεδο από πάνω μου; Πώς γνώριζα ότι η αίθουσα με τις μηχανές και η σήραγγα που οδηγούσε προς τα δεξιά, στις κεντρικές αρχειοθήκες, έπρεπε να βρίσκεται δύο επίπεδα πιο κάτω; Πώς γνώριζα ότι θα έπρεπε να υπάρχει μία από εκείνες τις σφραγισμένες με μεταλλικά ελάσματα τρομακτικές καταπακτές στο βάθος, τέσσερα επίπεδα πιο κάτω; Κατάπληκτος με αυτή την εισβολή από τον κόσμο των ονείρων, βρέθηκα να τρέμω και να λούζομαι σε κρύο ιδρώτα.

Άραγε, είχα πράγματι απαχθεί και οδηγηθεί σε κάποιον προανθρώπινο κόσμο πριν από εκατόν πενήντα εκατομμύρια έτη, κατά τη διάρκεια εκείνων των σκοτεινών, προβληματικών ημερών της αμνησίας μου; Υπήρξε άραγε το σημερινό σώμα μου φορέας μιας φρικτής απόκοσμης συνείδησης, που είχε προέλθει από παλαιογενείς χρονικές αβύσσους;

Μήπως είχα όντως γνωρίσει, ως δέσμια διάνοια εκείνων των τρομακτικών όντων που παρέπαιαν στις κινήσεις τους, την επάρατη, πέτρινη πολιτεία τους στην προαιώνια ακμή της και είχα τριγυρίσει στους οικείους διαδρόμους της με την αποτρόπαια μορφή του όντος που είχε καταλάβει το σώμα μου; Ήσαν άραγε εκείνα τα βασανιστικά όνειρα, τα οποία έβλεπα για περισσότερα από είκοσι έτη, αποκύημα απαίσιων, τερατωδών αναμνήσεων;

Είχα όντως συνομιλήσει, κάποτε, με διάνοιες από απρόσιτες γωνιές του χώρου και του χρόνου, είχα μάθει τα μυστικά του σύμπαντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος και είχα γραφεί το χρονικό του δικού μου κόσμου, για να μπει ύστερα στις μεταλλικές θήκες εκείνων των τιτάνιων αρχείων; Και ήσαν άραγε εκείνα τα άλλα όντα –εκείνα τα ειδεχθή, αρχαιότερα όντα με τους τρελούς ανέμους και με τους δαιμονικούς συριγμούς τους– μία πραγματική, αιωρούμενη, κρυφή απειλή και αργοπέθαιναν ενεδρεύοντας μέσα σε ερεβώδεις αβύσσους, ενώ ποικίλες μορφές ζωής ακολουθούσαν την εξελικτική πορεία τους μέσα στις χιλιετηρίδες, πάνω στην επιφάνεια του γηράσκοντος πλανήτη;

Δεν το γνωρίζω. Εάν εκείνη η άβυσσος μαζί με ό,τι περιείχε ήσαν αληθινά, τότε δεν υπάρχει καμία ελπίδα. Τότε, στην πραγματικότητα, πάνω σε τούτο τον ανθρώπινο κόσμο μας προβάλλει μια χλευαστική και απίστευτη σκιά πέρα απ’ τον χρόνο. Ευτυχώς, όμως, δεν υπάρχει απόδειξη ότι αυτά τα πράγματα είναι οτιδήποτε άλλο πέρα από νέες φάσεις των μυθοθρεμμένων ονείρων μου. Δεν περιέσωσα την μεταλλική θήκη που θα μπορούσε να αποτελέσει απόδειξη και ως τώρα εκείνοι οι υπόγειοι διάδρομοι δεν έχουν ανακαλυφθεί.

Εάν οι νόμοι του σύμπαντος είναι ευσπλαχνικοί, οι διάδρομοι αυτοί δεν θ’ ανακαλυφθούν ποτέ. Πρέπει όμως να πληροφορήσω τον γιο μου γι’ αυτά τα οποία είδα ή νόμισα πως είδα• εκείνος, ως ψυχολόγος, ας χρησιμοποιήσει την κρίση του και ας αξιολογήσει το κατά πόσον είναι αληθής ή εμπειρία μου και αναλόγως ας γνωστοποιήσει αυτή την περιγραφή σε άλλους.

Χ.Φ. ΛΟΒΚΡΑΦΤ
Η ΣΚΙΑ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ XΡΟΝΟ

 
 
 

Τα σκέφτεσαι… τα οραματίζεσαι, τα ζεις, τα καταγράφεις… Από τη στιγμή που ένας άλλος κόσμος, ένα διαφορετικό πλάσμα ή ένας καινούριος ουρανός, μια ξεχωριστή φύση σε ένα εσωτερικό όραμα, γίνει με τον οποιοδήποτε τρόπο αντιληπτό από τη συνείδησή σου, πόσο απέχει από το να υπάρχει στην πραγματικότητα;

 
 
 

 

Pavel Bergr

 
 
 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.