Alfred Stevens

Βέλγος ζωγράφος, με αγαπημένο θέμα τη γυναίκα.

Ο Alfred Émile Léopold Stevens (11 του Μάη, 1823 – 24 Αυγούστου του 1906) γεννήθηκε στις Βρυξέλλες από οικογένεια που ήταν μέσα στα καλλιτεχνικά πράγματα. Ο μεγαλύτερός του αδελφός Joseph (1816-1892) και ο γιος του Léopold (1866–1935) ήταν ζωγράφοι ενώ ο άλλος τους αδελφός Αrthur (1825–99) ήταν έμπορος και κριτικός τέχνης. Ο πατέρας του που είχε λάβει μέρος στους Ναπολεόντειους πολέμους ήταν συλλέκτης έργων τέχνης και είχε στην κατοχή του μεταξύ άλλων και διάφορους πίνακες του Delacroix. Οι γονείς της μητέρας του είχαν το Café de l’Amitié στις Βρυξέλλες, ένα μέρος συνάντησης για πολιτικούς, συγγραφείς και καλλιτέχνες.

Ο Stevens άφησε το σχολείο για να ξεκινήσει σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών στις Βρυξέλλες, όπου και γνωρίστηκε με τον François Navez, τον νεοκλασσικό ζωγράφο και πρώην μαθητή του Jacques-Louis David, τότε Διευθυντής της Σχολής και παλιός φίλος του παππού του Stevens. To 1843 πήγε στο Παρίσι όπου και βρέθηκε με τον αδερφό του Joseph που ήταν ήδη εκεί, ενώ έγινε δεκτός και στη Σχολή Καλών Τεχνών, την πιο σημαντική καλλιτεχνική στέγη της πόλης. Λέγεται, χωρίς να είναι απόλυτα εξακριβωμένο και αληθές πως έγινε μαθητής του τότε Διευθυντή και ζωγράφου Jean Auguste Dominique Ingres.

Στο κοινό η δουλειά του παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1851 στις Βρυξέλλες ενώ στο Παρίσι το 1853 κέρδισε το τρίτο μετάλλιο και δύο χρόνια αργότερα στην ίδια πόλη, κέρδισε το δεύτερο στη Διεθνή Έκθεση Ζωγραφικής. Ο πίνακάς του Ce qu’on appelle le vagabondage (Musée d’Orsay, Παρίσι) τράβηξε το ενδιαφέρον του Ναπολέοντα του III ο οποίος διέταξε τους στρατιώτες του να μην συλλαμβάνουν πλέον τους φτωχτούς στους δρόμους καθώς η περιπλάνηση τότε θεωρείτο στο Παρίσι έγκλημα.

Η φήμη του άρχισε να αναπτύσσεται και μαζί με τον αδερφό του γνώρισαν προσωπικότητες όπως τους Théophile Gautier και Alexandre Dumas ενώ στην τελετή του γάμου του το 1858 με τη Marie Blanc, γόνο πλούσιας Βελγικής οικογένειας και παλιά φίλη του, είχε παρεβρεθεί και ο Delacroix.

Το 1863 λαμβάνει τον τίτλο της Λεγεώνας της Τιμής από τη βελγική κυβέρνηση και το 1867 κερδίζει το πρώτο μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού. Στις γνωριμίες του προστίθενται ονόματα όπως των Manet, Edgar Degas, Charles Baudelaire, Berthe Morisot, James Abbott McNeill Whistler, Frédéric Bazille, και Puvis de Chavannes, και γίνεται θαμώνας στο Café Guerbois στο Παρίσι, τόπο συνάντησης καλλιτεχνών.

Πολέμησε υπέρ της Γαλλίας στο Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο αλλά γύρισε στο Βέλγιο πριν την Παρισινή Κομμούνα. Το 1875, αγόρασε ένα μεγάλο σπίτι με κήπο στην Οδό των Μαρτύρων, το οποίο διακρίνεται σε πίνακες δικούς του αλλά και άλλων όπως του Manet (The Croquet Party).

Παρά τα όποια κέρδη και τη φήμη του, ο Stevens βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική θέση λόγω κακοδιαχείρισης αλλά και προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την υγεία του, τα οποία τον οδήγησαν στο να περνάει πολλά καλοκαίρια στη θάλασσα, προσθέτοντάς του ένα επιπλέον έξοδο.

Ως εκ τούτου, δέχτηκε με ανακούφιση την προσφορά του έμπορου τέχνης Gorges Petit που του έδωσε 50,000 φράγκα για να χρηματοδοτήσει τη διαμονή του στην εξοχή με αντάλλαγμα όλους τους πίνακες που θα δημιουργούσε εκεί. Πρόκειται για μια συμφωνία που κράτησε τρία χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα να γίνει η θάλασσα για τον Stevens η μούσα του, το κύριο θέμα του σε εκατοντάδες πίνακες με τις ακτές της Νορμανδίας. Πολλά από αυτά τα έργα του απεικονίζουν και την επιρροή των Ιμπρεσσιονιστών.

Με τους φίλους και τους οικείους να έχουν πια πεθάνει, άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα διαμέρισμα του Παρισιού, μόνος, το 1906.

 

 

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.