«Si vis vitam para mortem»

Το ωραίοτερο βιβλίο που έχει γραφτεί για την αγωγή και την εκπαίδευση στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, γνωρίζετε ότι είναι ο περίφημος Αιμίλιος του Ρουσσώ ή Περί Αγωγής. Ο μεγάλος αυτός Ευρωπαίος διαφωτιστής φιλόσοφος, πόσο μεγάλος είναι δεν χρειάζεται να πούμε, αρκεί να πούμε ότι στο όνομά του κατηγορούν ολόκληρη Γαλλική Επανάσταση, με τέσσερις-πέντε άλλους, η Γαλλική Επανάσταση το μεγαλύτερο γεγονός της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.
Εκεί λοιπόν λέει μία φοβερή πρόταση, μιλάει για την Αγωγή της Ευρώπης στην εποχή του, 1778 πέθανε νομίζω. Λέει: Οι Ακαδημίες και τα Πανεπιστήμια της Ευρώπης είναι σχολεία απέραντων ψευδολογιών που απευθύνονται σε Ούρωνες και κάφρους. Σκεφθείτε την πρόταση. Ο βασικός λόγος που τον ωθεί να μιλήσει με τόση οργή για την αγωγή είναι ακριβώς διότι αποκρύπτουμε από τις νέες γενεές αυτό το πρόβλημα θάνατος.

«Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου», διάλεξη του Δ.Λιαντίνη στη Σχολή Εφαρμογών Υγειονομικού του 401 Στρατιωτικού Νοσοκομείου.

~~~

Η ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ

[…]

(Οι υπουργοί κι οι βουλευτάδες που μας κυβερνούν όλη τους τη φαιά ουσία τη σπαταλάνε στον εκλογικό νόμο. Αυτοί, μάτια μου, δεν είναι για να νοιαστούν τον τόπο. Αυτοί είναι μάγεροι μόνο. Και αρχιμάγεροι και αρχι-τρίκλινοι. Το μόνο που τους πονάει είναι ο εκλογικός νόμος, οι τρεις κατανομές, το βουλευτιλίκι τους. Το σαμάρι του γάιδαρου, δηλαδή, με το στρώμα, τη μπροστελίνα, τα κολιτσάκια, τις σαμαροπαϊδες του. Ο γάιδαρος ας ψοφήσει. Η δική τους Μέριμνα δε φτάνει μακρύτερα από την κοιλιά και τα σκέλια τους.)

Το ότι όρισε, λοιπόν, η φύση τη ζωή μας να την κατέχει η μέριμνα είναι εύκολο να το καταλάβουμε. Αρκεί να ρίξουμε ένα βλέμμα στους σκοπούς και τους στόχους που θέτει ο καθένας μας. Από τη στιγμή που θα νοήσει ως τη στιγμή που θα τα κλείσει, περνά τη ζωή του μέσα σε στόχους.

Κάθε φορά που θα πετύχουμε το στόχο που έχουμε, αμέσως έχει εμφανισθεί στον ορίζοντα καινούριος. Η ζωή μας είναι μια παραπομπή σε συνεχώς εμφανιζόμενους στόχους, κατά το ακόλουθο σχήμα.

Πρώτο επίπεδο. Να τελειώσω το Λύκειο· να πετύχω στις πανελλήνιες· να λάβω το πτυχίο· να βρω δουλειά· να παντρευτώ· να γεννήσω ένα ή δύο παιδιά· να χτίσω σπίτι· ν’ αγοράσω αυτοκίνητο· να κάνω διακοπές στη Σιθωνία.

Δεύτερο επίπεδο. Να χτίσω και εξοχικό· να βελτιώσω τους τροχούς μου από τη Φάου-Βε στη Μπι-Εμ-Τα-μπλιγιου· να κάνω διακοπές στην Καζαμπλάνκα· να γραφτώ και στους μασόνους.

Τρίτο επίπεδο. Ν’ αποχτήσω κοινωνική επιφάνεια· να δημοσιογραφήσω στον κίτρινο τύπο· να ιδούν ο κόσμος τη μουσούδα μου και στο τελεβίζιο, να θαγμάξουν, να διασκεδάσω στο καμπαρέ του Παρισιού «Λατινικός Παράδεισος».

Τέταρτο επίπεδο. Εδώ οι γεύσεις είναι ντελικάτες, οι επιδόσεις ανώτερες, και η τεχνολογία προηγμένη. Να διχτυωθώ σε διασυνδέσεις διεθνείς· να γίνω μέλος της Ακαδημίας των αθάνατων κρανίων, της ζωντανής κοκαλίστρας αλλιώς· να’χω οδηγό στη λιμουζίνα μου· να’χω και τη φρουρά μου από γορίλλες και χωροφυλάκους· να δοκιμάσω και τη λεγόμενη «δημιουργική μοιχεία», μέσω ειδικών πολυτελών γραφείων. Τον περίφημο Schöpferischer Ehebruch, που λένε οι γερμανοί.

Μ’ ένα λόγο, οι συνεχώς εμφανιζόμενοι νέοι στόχοι κάνουν τη ζωή μας κάπως όμοια με την Ανάβαση των Μυρίων από τις Σάρδεις στα Κούναξα, και από τα Κούναξα στο «θάλαττα θάλαττα» του Ξενοφώντα. Κάθε στόχος στην πορεία μας είναι κι ένας σταθμός. Και η απόσταση ανάμεσα στους σταθμούς μετριέται με παρασάγγες. Τριάντα στάδια ο καθένας. Ήγουν χιλιόμετρα πέντε κόμμα τέσσερα.

Έρχεται, λοιπόν, μια ωραία πρωία στις δυσμές του βίου μας, κι έχουμε θέσει ακόμη ένα σκοπό. Όμως ο σκοπός αυτός βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Γκρεμιζόμαστε απότομα μέσα στον άπατο χάνδακα του θανάτου μας, κι έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας αντίκρα. Τι τύφλωση! Πεθαίνουμε, δηλαδή, χωρίς να καταλάβουμε ότι πεθάναμε. Όπως ακριβώς εζήσαμε, χωρίς να υπάρξουμε. (Ζει το ζώο, υπάρχει ο άνθρωπος.)

Μ’ ερωτάς πώς έζησα χωρίς να υπάρξω; Μα είναι απλό. Γιατί στην προσπάθεια και στον αγώνα μου να πετύχω όλους τους στόχους που συνεχώς έθετα, ήμουν τόσο απορροφημένος από τη φροντίδα τους, ώστε δεν είχα μάτια για τίποτα βαθύτερο. Και αυτό είναι το νόημα των λόγων που είπε ο Κρόνος στη Μέριμνα: «Κι εσύ, Μέριμνα, θα τον κατέχεις και θα τον δυναστεύεις όσο ζεί.»

Αλλά εδώ ακριβώς είναι το στίγμα και η στιγμή, που εμφανίζεται το σύμπτωμα του υποστασιακού μας καρκίνου.
Τι είναι η αλήθεια; Είναι εκείνο που βλέπεις και ζεις, όταν αναδυθείς από τη λήθη. Το α- είναι στερητικό. Η αλήθεια είναι το έξω από τη λήθη, που μέσα της, μας βυθίζει συνέχεια η μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους μας.

Ζώντας μέσα στην οντολογική λήθη ζούμε σαν πεθαμένοι. Τούτη τη ζοφερή πραγματικότητα οι ποιητές την ιστόρησαν ανάγλυφα και ζαλιστικά. Θυμηθείτε τον Έλιοτ της Έρημης Χώρας. Κάθεται σ’ ένα γιοφύρι του Τάμεση, παρατηρεί όλους αυτούς που τρέχουν στη δουλειά τους με τη φροντίδα της, και βλέπει νεκρούς να περπατάνε. Για την Αθήνα μας, λ.χ., με το ανάλογο μάτι θα ‘βλεπες στην οδό Πανεπιστημίου μέρα νύχτα στρατιές από κυλιόμενα φέρετρα.

Ανύπαρχτη πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειιμωνιάτικης αυγής,
Χύνονταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί. Δεν
το ‘χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.

Είναι γνωστό οτι ο Έλιος αυτή την εικόνα των νεκρών στο γιοφύρι της Λόντρας τη δανείστηκε από το Δάντη. Ο μεγάλος φλωρεντίνος φτάνει σε μια κοιλάδα στην Κόλαση, και βλέπει τόσες σκιές πεθαμένων, που παγώνει το αίμα του. Το στόμα του γίνεται παπούτσι με γλώσσα. Όταν τον συνεφέρνει ο Βιργίλιος, καταφέρνει να αρθρώσει: πόσοι νεκροί, θεέ μου! δεν είχα σκεφτεί ότι ο θάνατος έχει ξεκάνει τόσους πολλούς.

Πάνω σε αυτή την άλλη όψη της πραγματικότητας δεν έχουμε εικόνα. Γιατί η μελέτη της ιστορίας κακόμαθε τη σκέψη μας να σταματάει σε πρόσωπα που μετριούνται.

Λέμε, για παράδειγμα, Κάννες ίσον ο ανόητος ύπατος Τερέντιος Ουάρρων. Στάλινγκραντ ίσον ο τραγικός στρατάρχης φον Πάουλους και ο Γκαίρινγκ που τον πήρε στον λαιμό του. Για προσπάθησε όμως να ιδείς έναν-έναν τους πενήντα χιλιάδες ρωμαίους λεγεωνάριους και ιππείς που έπεσαν στις Κάννες, ή τους ενενήντα χιλιάδες στρατιώτες που πάγωσαν στο Στάλινγκραντ; Και που ο καθένας τους σαν ύπαρξει βαραίνει όσο ο Ουάρρων και ο φον Πάουλους!

Και κατά προέκταση, για προσπάθησε να αντικρύσεις όλους τους ανθρώπους της γης που έχουν πεθάνει από την εποχή των τελευταίων παγετώνων μέχρι σήμερα; Και βέβαια που θα παγώσει το αίμα σου, σαν του Δάντη.

Όταν, λοιπόν, κάτω από την πίεση της μέριμνας, ζούμε σ’ αυτή την οντολογική λήθη, είμαστε στην ουσία πεθαμένοι και ανύπαρκτοι. Όπως ουσιαστικά είμαστε ανύπαρκτοι ο κάθε έλληνας για τους κατοίκους της Γουατεμάλας.

Και για να το ειπώ αντίστροφα, σε ρωτώ, αναγνώστη μου, ποιόνε ξεύρεις από τα είκοσι εκατομμύρια της Πόλης του Μεξικού; Ποιόνε ξεύρεις από τη χώρα του Πακιστάν με τα εκατόν δέκα εκατομμύριά της; Κανέναν.

Έξω από τις πέντε δέκα εκατοντάδες ανθρώπους που γνωρίζουμε και μας γνωρίζουν, ο καθένας από μας για τους άλλους κι ο καθένας από τους άλλους για μας, είναι ο κανένας. Και ταχιά θα λείψουν κι αυτές οι πέντε δεκάδες εκατοντάδες. Λίγο ακόμη και θα τα ξεχάσεις όλα. Λίγο ακόμη και θα σε ξεχάσουν όλα, που έλεγε ο Μάρκος Αυρήλιος.

Ο Μαρτίνος Χάιντεγγερ, ο δάσκαλος του Σαρτρ, ο πιος γνήσιος από τους πέντε φιλοσόφους της Φιλοσοφίας της Ύπαρξης, είναι ο κατεξοχήν φιλόσοφος που είδε τους ανθρώπους στη σχέση τους με τη μέριμνα. Και με βάση τη σχέση του κάθε ανθρώπου με τη μέριμνα, τους διαιρεί σε δύο κατηγορίες.

Η μία κατηγορία είναι οι Πλείστοι. Είναι αυτοί που τους έχει απορροφήσει η μέριμνα. Την κατηγορία αυτή ο Χαίντεγγερ την ονομάζει «Ο δημώδης υποστιασικός τύπος», ή το Man. Η λέξη man στη γερμανική γλώσσα είναι αόριστη αντωνυμία και σημαίνει τις, κάποιος.

Η δεύτερη κατηγορία είναι οι Ελάχιστοι. Ποσοστό ένας στους μύριους ή ένας στις εκατό μυριάδες.

Είναι εκείνοι που ο καημός και το μεράκι τους για τον άνθρωπο και τη μοίρα του τους απορροφά σε τέτοιο βαθμό, ώστε αντιστρέφοντας το σχήμα ζουν έξω από τη μέριμνα και την οντολογική λήθη. Ζουν, δηλαδή, μέσα στην αλήθεια της ύπαρξης.

Ετούτοι, οι δεύτεροι, ζουν και τους δέρνει μια τρέλα ιερή. Βασανίζουνται, υποφέρνουν, αγωνιούν. Βοούν μόνοι τους στην ερημιά, στα άγρια μεσάνυχτα, στις απόγκρεμνες σπηλιές του «τι είναι» και στις κώχες του «τι πρέπει;». Είναι η φυσική σχιζοφρένεια της μεγαλοφυίας.

Οι περισσότεροι μένουν έξω από την ευδοκίμηση και την πρόοδο, όπως την εννοεί ο πολύς κόσμος. Άλλοι τρελαίνουνται, άλλοι αυτοκτονούν, άλλοι κόβουν το αυτί τους σαν τον Βαν Γκογκ, που πέθανε στα τριάντα εφτά του από «πυρετό ύπαρξης».

Αυτή τη δεύτερη κατηγορία ο Χάιντεγγερ την ονομάζει «Η με αυθεντικό τρόπο εννοούμενη ύπαρξη» ή η Existenz.

Η πρώτη κατηγορία, το man, που σημαίνει κάποιος, σημαίνει και κανείς. Λέμε λ.χ. την πρόταση: ημπορεί να επεί κάποιος ότι η ζωή είναι έμορφη. Αλλά την ίδια πρόταση τη λέμε κι έτσι: ημπορεί να ειπεί κανείς ότι η ζωή είναι έμορφη.
Επομένως το man, το κάποιος του Χαίντεγγερ, είναι και το κανένας.

Αυτή είναι η έννοια ότι ζούμε στην οντολογική λήθη, ότι ζούμε αλλά δεν υπάρχουμε. Ότι είμαστε ο κανένας.

Φιλοσοφικά, τη θεώρηση της ζωής μας από τη σκοπιά του ενός ή του κανένας, του τις ή του οντις, μας την έδωκε με τρόπο ακραία αδρό και λακωνίζοντα ο Πίνδαρος στον όγδοο Πυθιόνικο. Εκεί, αυτός ο πρίγκιπας ανάμεσα στους εννέα επιφανείς έλληνες λυρικούς, σε μια στιγμή του υψηλή λέει,
επάμεροι-τι δε τις; τι δ’ου τις; σκιάς όναρ άνθρωπος.

Δηλαδή: είμαστε της στιγμής· τι είναι, τι δεν είναι κανείς; ο άνθρωπος είναι ίσκιος ονείρου.

Όταν ο Οδυσσέας έφτασε στο νησί του κύκλωπα Πολύφημου, έμελλε να ζήσει μια περιπέτεια φρίκης που δεν είχε το όμοιό της.
Καθότανε και κοίταζε ετούτον τον θηριάνθρωπο, που ‘χε στη μέση το κούτελο ένα μάτι σα μαύρο φεγγάρι. Περιδιάβαζε την ατελείωτη κατεβασιά της κεφάλας του, και τις ζαρωματιές της που κατέβαιναν σα ρέματα, και πάσχιζε να τηνε ξεχωρίσει από τους γύρω βράχους. Έκανε να κοιτάξει τα δέρματα των αυτιών του, και κατέβαζε τα μάτια σα δαρμένο σκυλί. Κι όταν άνοιγε το στόμα του, όταν άνοιγε εκείνο τον καιάδα, χασμουρητά ρινόκερου και κροκόδειλου τον έκαναν να πισωπατά.

Αλλά σαν είδε σε λίγο το γιγάντιο εκτόπισμα ν’ αρπάζει τα συντρόφια του δύο δύο, να τα χτυπά στην πέτρα σαν κουτάβια, να συντρίβουνται και να καταρρέουν τα κόκαλά τους με το σαλαγητό σπιτιού που θρουβαλιάζεται συθέμελο, σαν είδε να ρουφάει από το σπασμένο κρανίο τα μυαλά τους, σα να ‘πινε το γάλα καρύδας, τότε… Ε, τότε ήταν που του λύθηκαν τα μέλη. Χέρια, πόδια, μυαλό, γλώσσα, νεύρα, τα ‘χασε όλα. Και τα δόντια του να χτυπάνε σα βουρλισμένα κρόταλα.

-Τωωώρα… βατάρισε. Τώρα ούτε η Αθηνά δε με σώνει.
Ζάρωσε απόμακρα, καθότανε, και περίμενε χωρίς να περιμένει.

Και το μάτι του Κύκλωπα να λουχτουκιά ανάμεσα στα τσίνορα από φύλλα φραγκοσυκιάς. Και το στόμα του, λαγκάδα σκοτεινή να ξερνοβολά ογκανητά, ερευγμούς, ανθρώπινα κρέατα και κρασιά.

-Ποσειδώνα μου, η χάρη σου. Τι πήγες και γέννησες! τραύλισε. Με ποια δράκαινα έσμιξες και το ‘καμες ετούτο το αμπλάκημα; Ετούτο το κολοσσαίον πανικού;

Εκοίταζε πολλή ώρα, και συλλογιότανε πάλι.

-Κι ακούς εκεί; Να τονε λένε Πολύφημο! Εξακουστό, δηλαδή, και φημισμένο στο ντουνιά. Αυτό δεν είναι όνομα μπόγια μου. Αυτό είναι ο ανθός των ονομάτων. Σαν όλους τους δοξασμένους ανθρώπους της εποχής μου. Που τους ακούει ο κόσμος στα ράδια και στις εφημερίδες. Το όνομά του είναι τίτλος και κατάθεση της φήμης και της δόξας.

Ετότες ήταν που βρήκε το δικό του όνομα. Από ψυχολογία φόβου και εναντίωσης του ‘ρθε η έμπνευση για το δικό το όνομα, που θα ‘λεγε στον Κύκλωπα, εάν τον ρωτούσε. Αφού αυτός είναι το άπαντο της φήμης, εγώ θα είμαι το τίποτα.

Εκεί τον εξεχώρισε ο Κύκλωπας ανάμεεσα στο παραλοϊσμένο κοπάδι των συντρόφων του. Και τον ερώτησε.
– Και πώς σε λένα εσένα, λεβέντη μου; Που ‘σαι και τσιρβελής.

Κανένα. Κανένα με φωνάζουνε, Κύκλωμα, η μάνα κι ο πατέρας μου, κι όλοι μου οι σύντροφοι.

Ο Κύκλωπας εγέλασε με τη σαγόνα, με τις πλάτες, και με την παραυτίδα του.

– Όνομα και τούτο. Ακούς Κανένας! Μα κι ο βλάκας στους βλάκες να ήσουνα, καημένε, κι ο βασιλιάς των ποντικών, θα ‘χες ένα όνομα της προκοπής.

Ύστερα τα πράγματα επήρανε κατεβασιά ορυμαγδού. Ο Οδυσσέας έβλεπε και μέτραε. Μια βραδυά δύο σύντροφοι. Δύο βραδυές τέσσερες σύντροφοι. Τρεις βραδυές έξι σύντροφοι. Και τελευταίος εγώ, απόσωσε αχνός σαν την άχνα, έτσι μου είπε.

Σαν τους αμερικανούς, το ‘μοιασα, όταν σκάρωνε «τον πόλεμο των άστρων», συλλογίστηκε πικρόχολα. Θα ιδούμε στο τελεβίζιο όλο τον πλανήτη να γίνεται παρανάλωμα του πυρός, θα ευφρανθεί η ψυχή μας το θέαμα, θα φωνάξουμε: ωραία! κι ύστερα θα πεθάνουμε κι εμείς. Τελευταίοι και με εικόνα.

Τότες ήρθε ο καιρός, για να μπει στο μυαλό του η Αθηνά. Ο καιρός, με την έννοια που το λέγανε οι έλληνες. Η κατάλληλη στιγμή που αλλίμονό σου αν την αφήκεις και προσπεράσει.

Γιατί βρέθηκε σ’ εκείνη την πίεση, που έπρεπε να συμπιεστεί το ασυμπίεστο. Να στιφτεί το μάρμαρο.

Έτσι άρχισε ο μεγάλος αγώνας του Οδυσσέα. Ο μεγάλος αγώνας, ο Kampf, η μια από τις τέσσερες οριακές καταστάσεις του ανθρώπου, που λένε στη Φιλοσοφία της Ύπαρξης.

[…] Κι όταν ο Πολύφημος ξερνοβολά και ροχαλίζει, σαν να κατρακυλάνε στη ροβόλα δέντρα ξεριζωμένα και χαλικωσιές του το μπήγει στο μάτι μ’ ένα ουααά! που το παλούκι έφτασε ως το μυαλό. Έτσι έκαμε το μονόφθαλμο τυφλό.
Άχνιζε και καιγότανε και τσιτσίριζε το ξύλο και η σάρκα. Και η γλήνα του ασπραδιού περέχυνε ολάκερη την προσκαμουσιά του ανθρωποφάγου.

Ακούμπησε στην άκρη της σπηλιάς ξεπνοημένος.
– Ούτε για να κυριέψω την Τροία δεν ίδρωσα τόσο! απόσωσε.

Και σαν μέρωσε η μέρα και χάραξε η αυγή, γατζώνεται αυτός και το κάθε συντρόφι ένα κριάρι στην κοιλιά και ξαναβγαίνουν στο φως από τη γούφα της φοβερής κλεισμάρας. Σα να ξαναβγήκαν από την κόλαση. Όπως θα ιστορήσει σε μια παρακατιανή ραψωδία, τη Νέκυια.

Ο Κύκλωπας σκούζει, τινάζεται, βλαστημά, σπαρταράει. Χτυπιέται και παραγουλιάζεται απάνω στους βράχους, σαν ένα πελώριο χταπόδι, που μόνο ο πατέρας του με την τρίαινα θα δύνοταν να καμακώσει.

Ο Οδυσσέας δύο λιθοπέτια μακρυά, καβάλα στο καράβι του, σα να ‘τανε καβάλα στην ευνή της Κίρκης, γυρίζει και κοιτάζει το νησί. Βλέπει το μόστρο να ασπαίρει, και με τις οιμωγές και τις βλαστήμιες του να ξεγδέρνει στα τυφλά τους δεκαέξι αέρηδες. Βάζει τότε τις δύο απαλάμες στο στόμα του χωνί, και του φωνάζει.
– Εεεέ, Πολύφημε. Άτσαλε και χάχα! Αν σε ρωτήσουνε ποτές, ποιος σου πούλησε την άγρια τυφλομάρα στο φεγγί σου, που ένα το ‘χες και εκείνο όρτσα, να τους ειπείς ο Οδυσσέας. Ο γιος του Λαέρτη. Ο καστροκαταλύτης…

Την περιπέτεια την άρχισε ο Κανένας και την ετελείωσε ο Οδυσσέας. Η ιστορία αυτή στο νησί του Κύκλωπα είναι η ζωή του καθένα μας. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο κάθε άνθρωπος του μέλεται να ζήσει τη δική του Κυκλώπεια. Είτε στο ρόλο του Οδυσσέα, είτε στο ρόλο των συντρόφων. Όχι βέβαια του Κύκλωπα. Γιατί ο Κύκλωπας είναι ο λόγος της φύσης και ο ορισμός της μοίρας μας.

Ξεκινάμε τη ζωή μας ανυπόστατοι, αδοκίμαστοι, ανύπαρκτοι, ανώνυμοι. Ξεκινάμε μέσα στην οντολογική λήθη, και μέσα στην αδιαφανή ομίχλη της μέριμνας. Αυτή μας παλεύει, να μη δέσουμε δεσμούς συναγωγούς φιλίας με τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής μας. Ο καθένας μας ξεκινά με το όνομα Κανένας.

Αν ξεφύγουμε ετούτη την πανίσχυρη βαρυτική δύναμη, που μας τη φόρτωσαν οι θεοί, ο Δίας, η Μέριμνα, η Γη, φενάκη και δόλωμα, για να μη νιώθουμε άκοπα και χάρισμα το πολύτιμο νόημα της ίδιας της ζωής μας· αν φτάσουμε να πληρώσουμε το ακριβό λύτρο που αξιώνει η φύση και η ουσία της ανθρώπινης μοίρας μας· αν αλλάξουμε το μουσικό μας τρόπο, πηδώντας από τον απλοϊκά υποστασιακό στον αυθεντικά υπαρκτικό άνθρωπο, από τη φλογέρα του βοσκού στο φλάουτο του Μότσαρτ (Die Zauberflöte), από το Man στην Existenz, από το Ουτις στο Οδυσσέας· αν γίνει και κινήσουμε λειτουργικά τη διαλεκτική μας σχέση με το πρόβλημα της ουσίας και του βάθους της ζωής μας· αν περπατήσουμε το βραχύ μας βίο έξυπνοι και εγρήγοροι, και όχι κοιμισμένοι και νεκροί που σαλαγιούνται σαν πρόβατα στο Γιοφύρι της Λόντρας ή στην οδό Πανεπιστημίου,
τότες έχουμε νικήσει το φοβερό Κύκλωπα και τη φυλακή της σπηλιάς του. Ελαξουργήσαμε την άμορφη και άσχημη πέτρα του Κανένας, και μέσα από το σκοτάδι της ανεβάσαμε στο φως τον άνθρωπο με όνομα. Ένα άγαλμα ορατό και ωραίο ωσάν τον Δορυφόρο του Πολύκλειτου.

Ποιοι είναι οι σύντροφοι του Οδυσσέα; Είναι εκείνοι που καθένας τους είναι ένας Κανένας, και Κανένας θα μείνει. Μας είναι και θα μας μείνουν τόσο άφαντοι και άγνωστοι όσο και οι κάτοικοι του Λάγκος και της Μοζαμβίκης σήμερα, ή οι κάτοικοι της Σκυθίας και της Βαλτικής εχθές.

Οι σύντροφοι του Οδυσσέα είναι κάποιοι «ομογενείς», κατά την πονεμένη έκφραση του Μυριβήλη, που έζησαν στο χωριό και στον καιρό του Σολωμού, του Καποδίστρια, του Βενιζέλου, του Καβάφη, και όποιου άλλου μεγάλου και τιμημένα επώνυμου. Είναι οι χιλιάδες και μυριάδες άνθρωποι που έζησαν και βουλιάξανε άγνωστοι και ανώνυμοι για μας στην άπειρη λήθη του σύμπαντος.

Όμοια, όπως εβούλιαξε ο παππούς του παππού μου και η γιαγιά της γιαγιάς σου. Γνωρίζεις, τίμιε αναγνώστη, να μου ειπείς ποιο ήταν το όνομα της γιαγιάς της γιαγιάς σου; Την εσκέφθηκες ποτέ σου έστω και μία φορά; Που ημπορεί να ήταν και έμορφη, σα τη Μπαλατσινού! Πού ξέρεις;

Ο Σολωμός όμως και ο Κολοκοτρώνης, ο Βενιζέλος, ο Κάλβος και οι άλλοι μεγάλοι και τίμιοι επώνυμοι είναι ο Κανένας που ενίκησε τον κύκλωπα της Μέριμνας, και καταστάθηκε να γίνει ο ένας με τ’ όνομα.
Είναι οι άνθρωποι, που, ένας ένας στο πόστο του, εκάμανε τον αγώνα και ζήσανε την αγωνία, που έκαμε και έζησε στην αρχή της Κυκλώπειας ο Κανένας, για να γίνει στο τέλος ο Οδυσσέας.
Δρόμος, ε!

Γκέμμα

~~~

~~~

Τον Λιαντίνη επιδιώκω να τον μελετώ, κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία. Και το κεφάλαιο «Η ΚΥΚΛΩΠΕΙΑ» αποτελεί μια πλούσια σε τροφή για σκέψη παρακαταθήκη, επιβεβαιώνοντας πόσο μας λείπουν σήμερα οι καλοί και έντιμοι δάσκαλοι, εκείνοι που υπάρχουν πρώτα για τους άλλους.

Οφείλω να διαπιστώσω ωστόσο, ότι η ταπεινή και φτωχή μου νόηση δεν συγκινήθηκε σχεδόν ποτέ από τη γερμανική σχολή των Χάιντεγγερ, Χέγκελ, Νίτσε, ή του Φρόυντ ούτε καν του Σαρτρ. Μορφές που έπλασαν και έντυσαν ιδεολογίες που είχαν ως αποτέλεσμα κινήσεις στην Ιστορία όπως ήταν η Ιρανική Επανάσταση και η άνοδος του Χομεϊνί ή και, νωρίτερα, του ίδιου του Ναζισμού. Τα είναι και τα μη-είναι τα βρήκα σαν φοιτήτρια στην αρχή ενδιαφέροντα, και με χαρά ξεκίνησα να τα διαβάζω γιατί είχα ήδη σχηματίσει την εντύπωση πως είναι (ή πρέπει να είναι) πολύ σπουδαία, γρήγορα όμως άρχισα να πλήττω αφόρητα. Και σχετικά αργότερα βέβαια κατάλαβα ότι δεν πρέπει να είναι και πολύ τυχαίο το γεγονός ότι η μαρξιστική κουλτούρα και η ευρύτερη αριστερά, που διέλυσε τον τόπο μου και τον καθήλωσε σε μια οπισθοδρομικότητα χωρίς επιστροφή, και που υποστηρίζει μεταξύ άλλων το «μετριοπαθές» ισλάμ, πετάει τη σκούφια της για τα τσιτάτα του Νίτσε και των ομοϊδεατών του.

Έτσι, προτίμησα να μην αφήνω εύκολα το στέκι μου, τους στίχους του Ελύτη, ο οποίος σύμφωνα με το Λιαντίνη «το ‘ριξε στους αγγέλους και στα σουδάρια όταν γέρασε»
Γιατί ευτυχώς «τη γλώσσα μου την έδωσαν ελληνική, μονάχη έγνοια η γλώσσα μου». Και σε εκείνη γυρνάω κάθε φορά που θέλω να γεμίσω από το εύρος της οντότητας, σε μια αίσθηση που θυμίζει βουτιά από ψηλά στα λαμπυρίζοντα, αποκαλυπτικά βάθη του Αιγαίου. Κι αναγεννημένος και πλήρης καθώς βγαίνεις στην επιφάνεια του νερού, νιώθεις τον ήλιο να σε αγκαλιάζει σφιχτά με τη θέρμη που απλόχερα προσφέρει μονάχα η πατρική θαλπωρή.

Η έννοια της ύπαρξης φανερώνει ότι η αρχή βρίσκεται ΥΠΟ, κάτω, από κάτι άλλο. Εξ’ ορισμού, υπάρχουμε.
Η αν-υπαρξία δημιουργείται.

Μπορεί να μην ξέρουμε όλοι τα ονόματα των προγιαγιάδων μας ή πώς λέγεται ένας συγκεκριμένος φούρναρης στα βάθη της Ανατολίας ή σε ένα πεζόδρομο του Παρισιού, αλλά μπορούμε να δοκιμάσουμε να έρθουμε στη θέση τους, στο επίπεδο της νόησης, της φαντασίας ή και πρακτικά, ανάλογα με την περίπτωση και το τι αναζητάμε. Μπορούμε να μπούμε στην ψυχή του καλού, του κακού, του αδιάφορου, του εγκληματία, του ανθρωπιστή, του παιδιού, της γιαγιάς, του ποιητή, του δασκάλου, του μουσουργού, του απλού υπάλληλου, του καθημερινού ανθρώπου ή των σπουδαίων ηρώων.
Ανεξαρτήτως τι θα πετύχουμε ή όχι.
Είναι αυτό που έγραψε ο Νικολάι Γκόγκολ: Όλοι οι άνθρωποι είμαστε ΕΝΑΣ.

Τα παραδείγματα των ανθρώπων που έχουν γίνει ο Οδυσσέας της ζωής τους, είναι τόσα πολλά όσα και του Κανένα. Είναι πάρα πολλοί οι άνθρωποι που έχουν ανέβει, ανεβαίνουν ή θα ανεβούν τον δικό τους προσωπικό Ταΰγετο, ένα δρόμο που έχει διαβεί τόσο ένας στρατιώτης της αρχαίας Ρώμης όσο και ένας σύγχρονος φιλόσοφος. Και είναι αδόκιμο, μόνο και μόνο επειδή εμείς είμαστε «μισοί» κοινωνοί της ζωής τους και δεν τους μνημονεύουμε ή επειδή δεν έκοψαν το αυτί τους, να αποφασίζουμε αξιωματικά πως ο δικός τους εσωτερικός κόσμος είναι ελλειπής και ανεπαρκής. Είναι άδικο να θεωρήσουμε ότι επειδή δεν άφησαν «όνομα», δεν βρήκαν και τη δική τους Ιθάκη, την επιστροφή στην Αρχή.

Κάποιες σκέψεις με αφορμή το καλό αφιέρωμα της ΕΡΤ για τον Λιαντίνη και τη Γκέμμα, την οποία ξαναπήρα στα χέρια μου όταν τέλειωσε η προβολή του, ενώ μέσα μου στριφογύριζε και πάλι η πράξη διαμαρτυρίας του, όπως είχε χαρακτηρίσει την αυτοκτονία του. Μια πράξη συγκινητική.

Και μία ακόμη σκέψη: Ο Λιαντίνης θεωρούσε τον εβραϊκό πολιτισμό ως το δεύτερο μεγαλύτερο της ανθρωπότητας μετά τον ελληνικό. Απεχθανόταν όμως την εβραϊκή ηθική και το ότι «γίναμε ελληνοεβραίοι». Αναρωτιέμαι γιατί δεν σκέφτηκε ότι άλλο πράγμα ο Χριστός και άλλο το γκρέμισμα των ελληνικών ναών που ποτέ δεν διέταξε. Για την ακρίβεια, ο μοναδικός Ναός που θέλησε να γκρεμίσει και να φτιάξει, σε τρεις ημέρες, ήταν εκείνος του Σολομώντα, αν και οι Φαρισαίοι δεν κατάλαβαν ακριβώς τι εννοούσε όταν το είπε.
Αν τον ενοχλούσε τον καθηγητή η μεταφυσική του χριστιανισμού, τότε πώς δεχόταν τον ελληνικό πολιτισμό στο σύνολό του, θεωρώντας τον ως τον κορυφαίο όλων των εποχών επειδή έδωσε στην Ανθρωπότητα την Επιστήμη, έναν πολιτισμό ωστόσο που είχε Νησιά των Μακάρων και το 10ο βιβλίο της Πλατωνικής Πολιτείας;

Γιατί δεν θέλησε, και τι θα είχε πετύχει αν ήθελε, έστω από επιστημονικό πειραματικό ενδιαφέρον στο όνομα του λειτουργήματός του, να ενώσει σε ένα πνευματικό γάμο, τους δύο αυτούς πολιτισμούς που ήταν, όπως έλεγε, τόσο αντίθετοι μεταξύ τους όπως η φωτιά με το νερό;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s