
Al-Maliki και Medvedev
Μεγαλύτερο ρόλο ευελπιστεί η Ρωσία να διαδραματίσει στον ενεργειακό τομέα του Ιράκ. Medvedev και al-Maliki συμφώνησαν μετά από συνάντησή τους στην Μόσχα στις 10 Απριλίου, να επαναφέρουν τις συμφωνίες των δύο χωρών στα επίπεδα που ήταν πριν την αμερικανική εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003.
Σύμφωνα με ρωσικά πρακτορεία ειδήσεων, πηγές του Κρεμλίνου αναφέρουν ότι κορυφαίοι ενεργειακοί κολλοσοί της Ρωσίας όπως Lukoil, Zarubezhneft, Stroitransgaz, Technopromexport, Tatneft και Soyuzneftegaz, εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για συμφωνίες στο Ιράκ.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ρώσο υπουργό Ενέργειας, Sergei Shmatko, η κυβέρνηση του Ιράκ απλώς υποσχέθηκε συνεργασία «επί ίσοις όροις» με την Ρωσία, όπως ακριβώς και με όλες τις άλλες ξένες εταιρείες. Πρόσθεσε δε, ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην δημιουργία ομάδας που θα εξετάσει ενδεχόμενη ανανέωση των συμβολαίων που είχαν συνταχθεί προ του πολέμου.
Ο Ιρακινός Πρωθυπουργός al-Maliki σε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με εξέχοντες επιχειρηματίες στην Μόσχα υπογράμμισε πως οι αρχές του Ιράκ είναι προετοιμασμένες να εγγυηθούν ενδεχόμενη επένδυσή τους στην χώρα του, προσκαλώντας τους στο Ιράκ για διεύρυνση των συνομιλιών τους. Πάντως, η ανακοίνωση για την δημιουργία της ειδικής ομάδας όπως και η πρόσκληση στο Ιράκ μάλλον δείχνει ότι οι συνομιλίες των δύο μερών δεν επέφεραν κάποια πιο συγκεκριμένη συμφωνία.
Παρ’ όλα αυτά, ο Διευθύνων Σύμβουλος της μεγαλύτερης ρωσικής εταιρείας ενέργειας, Lucoil, Vagit Aelkperov, ο οποίος παρεβρέθη στις συνομιλίες και σκοπεύει να συνοδεύσει τον Shmatko στο Ιράκ, ανακοίνωσε ότι η εταιρεία του είναι έτοιμη να αναθεωρήσει το συμβόλαιό της για το West Qurna-2, σύμφωνα με την ιρακινή νομοθεσία.
Το 1997, η Lukoil είχε υπογράψει συμβόλαιο ύψους τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων West Qurna 2, αλλά εκδιώχθηκε από τη χώρα πριν από την αμερικανική εισβολή εξαιτίας διαφωνιών με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν. Η Ρωσία ωστόσο θεωρεί ότι το συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο η Ρωσία θα αποκτούσε 8 δις βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, είναι ακόμα ενεργό και έγκαιρο.
Το ενδιαφέρον της εταιρείας όμως δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο σχέδιο καθώς ήδη στις αρχές του μήνα, ο Alekperov δήλωσε πως η εταιρεία του σκοπεύει να κάνει προσφορά και για τα κοιτάσματα West Qurna-1.
Το 2004 η Lukoil και το υπουργείο Πετρελαίο του Ιράκ είχαν υπογράψει Μνημόνιο Κατανόησης για την αναδιάρθρωση της ιρακικής βιομηχανίας πετρελαίου και για εκπαίδευση προσωπικού. Η «κατανόηση» αφορούσε και τα κοιτάσματα West Qurna, στα οποία η ρωσική εταιρεία κατέχει το 68,5%. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τους Ρώσους, από την συγκεκριμένη παραγωγή, το Ιράκ, που διαθέτει τα τρίτα σε μέγεθος αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, θα είχε κέρδος μέσα σε δύο δεκαετίες 45 δις δολλαρία.
Ήδη από το 1967, η ρωσική κρατική εταιρεία Zarubezhneft εργαζόταν στα εδάφη του Ιράκ δίνοντας σε ημερήσια βάση 1 εκ. βαρέλια πετρελαίου. Εξαιτίας όμως της αμερικανικής συμβολής η εταιρεία έχασε 200 εκ. δολλάρια, γεγονός που είχε οδηγήσει τον Διευθύνοντα Σύμβουλό της Nikolai Tokarev να δηλώσει πως «Οι Αμερικάνοι δεν χρειάζονται κανέναν άλλο στο Ιράκ, θα ελέγχουν τον ακατέργαστο μαύρο χρυσό μόνοι τους. Δεν υπάρχει τίποτα για την Ρωσία εκεί».
Εξαιτίας αυτής της απομόνωσης που υπέστη στην ιρακινή αγορά του πετρελαίου, η Ρωσία αρνήθηκε να ξεγράψει τα χρέη, ωστόσο το 2005 έγινε γνωστό πως το Κρεμλίνο κατεβάζει τις ωφειλές του Ιράκ προς την Ρωσία στο 65%, από τα 8 δις δολάρια στα 3.5 δις για να καταλήξει το ύψος στο 10% των συνολικών χρεών, με τον Β. Πούτιν να δηλώνει πως οι επενδύσεις της χώρας του στην Βαγδάτη θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 4 δις δολάρια.
Μέχρι και πριν από πέντε χρόνια, εκατοντάδες Ρώσοι πολίτες εργάζονταν στο Ιράκ επαναδιορθώνοντας ενεργειακούς σταθμούς. Ωστόσο τον Μάιο του 2004, η ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε την εκκένωση της περιοχής. Είχε προηγηθεί ο θάνατος ενός Ρώσου και ένας αριθμός απαγωγών άλλων Ρώσων πολιτών στην Βαγδάτη.
Πλέον, φαίνεται ότι η επιστροφή των Ρώσων στο Ιράκ είναι κάτι παραπάνω από ορατή αφού ήδη η Technopromexport ανακοίνωσε την υπογραφή συμβολαίου, ύψους 133 δις δολλάρια με την κυβέρνηση του Ιράκ για το εκ νέου χτίσιμο του ενεργειακού σταθμού Harta ενώ επίκειται μέσα σε 30 μήνες το χτίσιμο της δεύτερης και της τρίτης μονάδας του ίδιου εργοστασίου.

Το εθνόσημο της Ρωσίας
Σημειωτέον δε ότι η συνεργασία των δύο χωρών, σύμφωνα με διαρροές στον ρωσικό τύπο, θα αφορά και τους εξοπλισμούς και εν γένει την περαιτέρω σύσφιξη των στρατιωτικών τους δεσμών.
Μόσχα και Βαγδάτη υπήρξαν στρατιωτικοί σύμμαχοι για δεκαετίες. Από το 1958 μέχρι το 1990 το Ιράκ εισήγαγε σχεδόν 10 χιλιάδες σοβιετικά τανκς και οπλισμένα οχήματα, εκατοντάδες αεροπλανοφόρα και ελικόπτερα και δεκάδες πλοία σε έναν «λογαριασμό» που ξεπερνούσε τα 30 δις δολάρια. Στα μέσα του 2003 επισήμως η Ρωσία ήρε το στρατιωτικό της εμπάργκο εναντίον του Ιράκ ενώ από το 2004 ρωσικοί κρατικοί αξιωματούχοι αφήνουν να εννοηθεί ότι η χώρα τους είναι έτοιμη να επαναλάβει τις πωλήσεις στρατιωτικού υλικού στο Ιράκ και να εκπαιδεύσει πολίτες του Ιράκ στην Ρωσία ή σε τρίτη χώρα, όχι όμως στα ιρακινά εδάφη.
Προ των πυλών του Ιράκ η Ρωσία λοιπόν ωστόσο δεν θα πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι και το Κρεμλίνο βρίσκεται αντιμέτωπο με την οικονομική κρίση με ρωσικές εταιρείες ενέργειας να έχουν ήδη ανακοινώσει περικοπές στις εγχώριες επενδύσεις τους.
Δεν αμφισβητείται όμως σε καμία περίπτωση η πάγια θέση της Ρωσίας για πρωτοκαθεδρία στον τομέα της Ρωσίας. Σε αυτή την φιλοδοξία άλλωστε αποδίδεται και η πρόσφατη δήλωση εκπροσώπου της ρωσικής κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία: «Η Gazprom πρέπει να αγοράσει το φυσικό αέριο των γειτόνων της, το οποίο αντλείται από την Κασπία Θάλασσα. Οι εν λόγω πηγές, όσο ακριβές και αν είναι, πρέπει να έρθουν στα χέρια της Ρωσίας ώστε να διατηρηθεί ως ο μοναδικός ενεργειακός πάροχος της Ευρώπης». Και όχι μόνο από ό,τι φαίνεται.